30 Σεπτεμβρίου 2016

…Με το φεγγάρι στα μαλλιά… της Στεφανίας Βελδεμίρη

…Με το φεγγάρι στα μαλλιά…

Ο Πρίγκιπας έβλεπε τη θλίψη της και σπάραζε η καρδιά του… Την ήθελε κοντά του, όμως δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν μπορούσε να ζήσει μακριά από το Νησί και τις λεμονιές του. Δεν μπορούσε και να φανταστεί τη ζωή του χωρίς τη Χρυσάνθη.
Το καταλάβαινε πως νοσταλγούσε την πατρίδα της, τους δικούς της. Θα μπορούσε να τη βοηθήσει και όπως ήρθε, έτσι μέσα σε μια νύχτα να πάει πίσω στη μακρινή της χώρα. Φοβόταν όμως πως δεν θα γύριζε ποτέ πίσω…
Μια βραδιά με Πανσέληνο κατάφερε να κατεβάσει για χάρη της το φεγγάρι από τον Ουρανό. Κράτησε μια μοσχοβολιστή μακριά πλεξούδα της στα χέρια του και με μια χρυσή αλυσιδίτσα κατάφερε να της φορέσει στα μαλλιά το χρυσό στεφάνι του φεγγαριού…

Εκείνη απορροφημένη από το βιβλίο που της είχε δώσει εκείνο το απόγευμα, το Λεμονοδάσος χαμένη στις περιπέτειες μιας δύσκολης αγάπης, αλλά και στη μορφή της ηρωίδας του βιβλίου με το παράξενο όνομα Βίργκω, δεν είχε καταλάβει τίποτε μέχρι που ένιωσε τη λάμψη να πέφτει στις λέξεις.
Σήκωσε τα μάτια της και είδε τα μάτια του Πρίγκιπα φωτισμένα από το φεγγάρι. Δεν ήθελε να βρίσκεται πουθενά αλλού. Φόβος, πίκρα, θλίψη, νοσταλγία έφυγαν σαν ελαφρόπετρες σε γαλανό νερό…
Βρέθηκε σε εκείνη τη μαγική στιγμή που είχε διαβάσει κάπου: παρελθόν, παρόν και μέλλον διασταυρώνονται μέχρι που φτιάχνουν ένα φωτεινό σώμα, μια ηλιακτίδα, μια γραμμή από φως που πέφτει σε ένα μόνο σημείο της γης για μια και μοναδική στιγμή. Η ακτίδα αυτή είχε πέσει τώρα πάνω τους…


…Της έλεγε τραγούδια για το φεγγάρι :
Μαργαριταρένια μου, φεγγαρολουσμένη
Χάρτινο το φεγγαράκι
Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι
Θα πιω απόψε το φεγγάρι
Το φεγγάρι είναι κόκκινο
Με τα φεγγάρια χάνομαι

…Νύχτα ασημένια κι η κάθε μου η έννοια σ’ απόχη μεταξένια από ξανθά μαλλιά. Γλυκοχαράζει…

…Τραγούδια μέχρι την αυγή… Αγκαλιασμένοι με τη θάλασσα να βρέχει τα πόδια τους. Με το αβάσταχτο άρωμα των λεμονανθών να τους σκεπάζει. Αποκοιμήθηκαν…

Τα όνειρα τους ήταν τρυφερά. Εκείνος την είδε μικρή, όπως δεν την είχε γνωρίσει ποτέ παρά μόνο από τις περιγραφές του Κινέζου. Ένα κίτρινο περιστέρι ακουμπούσε απαλά στο χέρι της και ένα άλλο της έφερνε ένα αστέρι να δέσει στο λαιμό της. Ένα κίτρινο μισοφέγγαρο της γελούσε από τον ουρανό…

Η Χρυσάνθη είδε τους δυο τους πάνω σε ένα σύννεφο φτιαγμένο από νότες και μουσική σαν απαλό πουπουλένιο μαξιλάρι… Ήταν κι οι δυο μικρά παιδιά. Η Χρυσάνθη είχε απλώσει στους δυο πύργους του παλατιού τα ρούχα της και φορούσε κόκκινη μπλούζα και πράσινη φούστα. Ρούχα από ένα παραμύθι για φράουλες και φραουλόπουλα… Ρούχα που θα την έκαναν να κλάψει, αλλά στο όνειρό της δεν την ένοιαζε… Δίπλα στα ρούχα της έσταζε υγρό ένα μπλουτζίν του Πρίγκιπα και πιο κει ένα κίτρινο μισοφέγγαρο. Τα νερά από τα απλωμένα ρούχα και το φεγγάρι πότιζαν μερικές γλάστρες. Σύντομα ξεφύτρωσαν πολύχρωμα λουλούδια που άρχισαν να ανεβαίνουν στον ουρανό….

…Πίσω από τις μπανανιές ξεπρόβαλε το μελαγχολικό πρόσωπο του Κινέζου… Μόλις είδε τα πλατιά χαμόγελα των δυο κοιμισμένων φίλων του, η μελαγχολία έσβησε από το πρόσωπό του, λες και φάνηκε μέσα σε μια βαριά συννεφιασμένη μέρα ο πιο λαμπερός ήλιος…
Έπιασε απαλά με τα δάχτυλά του το αυτάκι της Αφροδίτης που είχε κρεμάσει στο λαιμό του με μια πετονιά, το φύσηξε απαλά κι ύστερα το φίλησε σαν φυλακτό. Πριν το εξαφανίσει κάτω από το λευκό του πουκάμισο, το φίλντισι από το κοχύλι έλαμψε από μια ακτίδα του ήλιου.
Η ακτίδα αυτή έφυγε από το κοχύλι και έπεσε απαλά πάνω στο πρόσωπο της Χρυσάνθης. Άνοιξε για λίγο τα μάτια της, είδε τον Πρίγκιπα ξαπλωμένο δίπλα της και κοιμήθηκε πάλι γαλήνια…
  της Στεφανίας Βελδεμίρη
..............................................................................................................