14 Μαΐου 2016

Αγάπες που τις παίρνει ο άνεμος..περαστικά τα Σαββατόβραδα...

Αγαπάμε εκ του ασφαλούς...αγαπάμε μέσα από τη ζεστασιά του καναπέ μας...αγαπάμε ατσαλάκωτοι...αγαπάμε...αγαπάμε...λέμε ...λέμε...λόγια μεγάλα ...δυνατά ...ρομαντικά...λόγια ...λόγια που σκορπά...το πρώτο φύσημα τ' ανέμου...
Σαν έρθει του ζυγωμού...του αγγίγματος των ψυχών η ώρα  ...ξεσφίγγουν τα χέρια ...χαλαρώνουν...ξεχνούν να σφίγγουν...ξεχνά το στόμα να μιλάει...σιωπούν οι λέξεις...κι όλα μια σιωπηλή ευθεία γραμμή...μια γραμμή ευθεία...χωρίς τεθλασμένες...έτσι για να οδηγεί συντομότερα στο τέλος...Ευθεία η συντομοτέρα οδός...ευθεία πεπατημένος δρόμος ...χωρίς εκπλήξεις...χωρίς στροφές δρόμου...χωρίς γωνιές απόκρυφες...

Ευθεία οφθαλμοφανής...μίζερη...ανούσια...χωρίς μυστικά...χωρίς εικόνες άγνωρες...βαδίζεις σταθερά...να αρνηθείς τον ίσιο δρόμο την ευθεία δεν μπορείς...κότσια γερά ...μα και φτερά θε να φορέσεις ...σαν θες απ' την ευθεία σου να βγεις...Εβράδιαζε και το στρατί το έπαιρνες αποβραδίς...τα βροχερά τα Σαββατόβραδα ...στον καφενέ της Ματίνας για να βγεις...και εκεί εξημεροβραδιάζοσουν...σου άρεσε ολονυχτίς ταγκό μαζί της να χορεύεις...μα ....
η Ματίνα τόκλεισε το μαγαζί...δεν τόμαθες ?
Και δε χορεύει πια...κάθεται σιωπηλή σε μια γωνιά...
και με τους φίλους της μονάχα να μιλήσει προσπαθεί...
Είναι η κρίση λέν ' οι φίλοι της...μα αυτή λέει πως δεν της φταίει αυτό...
αλλά που ο επισκέπτης που κάθε βράδυ έρχονταν...
άλλαξε στέκι και δε χορεύει πια ταγκό...άλλαξε το χορό του και αυτός...και πια τα Σαββατόβραδα μονάχη την αφήνει...κι έτσι η Ματίνα τον καβαλλιέρο της τον  έχασε...σε άλλα στέκια αυτός κοιμάται πια κάθε βραδιά...


Μα η Ματίνα έπαψε πια τις κλειδαμπαρωμένες πόρτες.. μα κι αυτές που χάσκουν στον αγέρα να κοιτά...αχνές οι σιλουέτες τους οι γνώριμες διαγράφονται...και στην ευθεία δεν αρέσκεται να περπατά...βγήκε ξανά στο φως...και στη στροφή του δρόμου μια τεθλασμένη αναζητά...νάχει στροφές...ανηφοριές ...κατηφοριές και λόφους και περάσματα ανθηρά...και τις μοσχοβολιές ξανά να μυριστεί αναζητά...δεν την μπορεί τη μούχλα τη μιζέρια και τη σκοτεινιά...βαριά πολύ η μυρωδιά...σαν του υγρού και μουχλιασμένου του ταμπάκου...του παλιού και του φθαρμένου πια.. του καπηλειού η μυρωδιά....
Αγάπες που τις παίρνει ο άνεμος- της Σοφίας Θεοδοσιάδη.
............................................................................................................

Δυο χείλη κατακόκκινα ~ Βασίλης Παπακωνσταντίνου

..............................................................................................................