29 Μαΐου 2016

<< Ένας γέρος>> Κωνσταντίνος Καβάφης.1897





Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος σκυμμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος· με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

  Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνεια σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.
 
Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει. Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει σαν χθές. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.


Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα· και πώς την εμπιστεύονταν πάντα – τι τρέλλα! – την ψεύτρα που έλεγε· «Αύριο. Έχεις πολύν καιρό.»

Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.


…Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι. . . . . . . . . . . . .
...............................................................................................................

Τι βλέπετε νοσοκόμες; ... ..... Τι βλέπετε;


Τι σκέφτεστε ... ..... όταν με κοιτάτε;

Ένας ιδιότροπος γέρος, ... ..... όχι πολύ σοφός,

Αβέβαιος από συνήθεια ... ..... με μακρινή ματιά;

Που λερώνεται με το φαγητό του ... ..... και δεν δίνει καμία απάντηση.


Όταν λέτε με δυνατή φωνή ... ..... «Εύχομαι να προσπαθούσες!»

Που φαίνεται να μην παίρνει είδηση ... ..... τα πράγματα που κάνετε.

Και πάντα χάνει ... ..... μια κάλτσα ή ένα παπούτσι;

Ο οποίος, αντιστεκόμενος ή όχι ... ..... σας αφήνει να κάνετε όπως επιθυμείτε.

Με το μπάνιο και το τάισμα ... ..... για να γεμίσετε την μέρα;


Αυτό σκέφτεστε; ... ..... Αυτό βλέπετε;

Τότε άνοιξε τα μάτια σου νοσοκόμα, δεν κοιτάς εμένα.

Θα σου πω ποιος είμαι ... ..... καθώς στέκομαι εδώ τόσο ακίνητος.

Καθώς υπακούω στις διαταγές σου ... ..... καθώς τρώω με τη θέλησή σου.


Είμαι ένα Δεκάχρονο μικρό παιδί ... ..... με έναν πατέρα και μητέρα,

Αδερφούς και αδερφές ... ..... που αλληλοαγαπιόμαστε.

Ένα Δεκαεξάχρονο νεαρό αγόρι ... ..... με φτερά στα πόδια του.

Ονειρευόμενο πως σύντομα τώρα ... ..... αγάπη θα βρει.

Στα Είκοσι σύντομα γαμπρός ... ..... η καρδιά μου πετά.


Καθώς θυμάμαι τους όρκους ... ..... που υποσχέθηκα πως θα κρατήσω.

Στα Εικοσιπέντε τώρα ... ..... έχω δικό μου μικρό.

Που χρειάζεται την καθοδήγησή μου ... ..... και ένα ασφαλές χαρούμενο σπιτικό.

Τριαντάχρονος άντρας ... ..... το μικρό μου έχει πια γρήγορα μεγαλώσει.

Δεμένοι μαζί ... ..... με δεσμούς που θα κρατήσουν.


Στα Σαράντα μου, οι νεαροί γιοί μου ... ..... έχουν μεγαλώσει και φύγει.

Μα η γυναίκα μου είναι δίπλα μου ... ..... να σιγουρέψει πως δε θα θρηνώ.

Στα Πενήντα, άλλη μια φορά ... ..... μωρά παίζουν στα γόνατά μου.

Ξανά, γνωρίζουμε παιδιά ... ..... η αγαπημένη μου κι εγώ.

Σκοτεινές μέρες με βαραίνουν ... ..... η σύζυγός μου είναι νεκρή.


Κοιτάζω το μέλλον ... ..... τρέμω με φόβο.

Γιατί όλα τα μικρά μου ... ..... ανατρέφουν δικά τους μικρά.

Και σκέφτομαι τα χρόνια ... ..... και την αγάπη που έχω γνωρίσει.

Είμαι τώρα ένας γέρος άντρας ... ..... και η φύση είναι σκληρή.

Είναι αστείο να κάνεις τα γηρατειά ... ..... να μοιάζουν ανόητα.


Το σώμα καταρρέει ... ..... η χάρη και η δύναμη αποχωρούν.

Τώρα υπάρχει μια πέτρα ... ..... εκεί όπου είχα καρδιά.

Μα μέσα σε αυτό το παλιό κουφάρι ... ..... ένας νεαρός άντρας κατοικεί.

Και για άλλη μια φορά ... ..... η ταλαιπωρημένη μου καρδιά φουσκώνει.

Θυμάμαι τις χαρές ... ..... θυμάμαι τον πόνο.



Και αγαπώ και ζω ... ..... τη ζωή ξανά.

Σκέφτομαι τα χρόνια, τόσο λίγα ... ..... φύγαν τόσο γρήγορα.

Και δέχομαι το σκληρό γεγονός ... ..... πως τίποτα δε κρατά.

Λοιπόν, ανοίξτε τα μάτια σας, άνθρωποι ... ..... ανοίξτε και δείτε.

Όχι έναν ιδιότροπο γέρο .


Κοιτάξτε κοντύτερα ... ..... δείτε ... ..... ΕΜΕΝΑ!!
Ανώνυμος.... 
............................................................................................................

( Όταν ένας γέρος άντρας πέθανε στη γηριατρική πτέρυγα ενός γηροκομείου σε μια πόλη της Αυστραλίας, θεωρήθηκε πως δεν είχε αφήσει τίποτα αξίας.



Αργότερα, όταν οι νοσοκόμες έψαχναν ανάμεσα στα λιγοστά υπάρχοντά του, βρήκαν αυτό το ποίημα. Η ποιότητά του και το περιεχόμενό του εντυπωσίασαν τόσο πολύ το προσωπικό, που φτιάχτηκαν αντίγραφα του και μοιράστηκε σε κάθε νοσοκόμα του νοσοκομείου.



Μια νοσοκόμα πήρε το δικό της αντίγραφο στη Μελβούρνη. Η μοναδική κληρονομία του γέρου άντρα στους μεταγενέστερους έχει εμφανιστεί από τότε σε χριστουγεννιάτικες εκδόσεις περιοδικών σε όλη τη χώρα και περιοδικά Ψυχικής Υγείας. Έχει επίσης γίνει μια παρουσίαση διαφανειών βασισμένη σε αυτό το απλό, αλλά εύγλωττο, ποίημα.



Και αυτός ο γέρος άντρας, χωρίς τίποτα να έχει μείνει να δώσει στον κόσμο, είναι τώρα ο συγγραφέας αυτού του «ανώνυμου» ποιήματος που τριγυρίζει σε ολόκληρο το διαδίκτυο).
...................................................................................................................................


Λίγα μονάχα έχω να σας πω.. μα είναι αποστάγματα της δικής μου της ζωής...στα χρόνια που περπάτησα στη γης ετούτη τη μικρή..Σκοτώνουνε..χλευάζουνε και διακωμωδούν..ανόητοι και απερίσκεπτοι και χαμερπείς και υπερφίαλοι συχνά,νέοι νομίζοντας πως είναι..γιατί θαρρούν κανείς σαν ομορφιά και τη
 τη δροσιά των νεανικών των χρόνων του πως φέρει..το πέτυχε και
 νέος επαρέμεινε ακόμα..Μα δεν έχω αντίρρηση καμμιά πως είν' τα νιάτα ελκυστικά..επιθυμητά...κι αιώνια η λαχτάρα μας θα ήθελε να μένουν...Περνούν τα χρόνια τα ημερολογιακά...γρήγορα σαν νεράκι...και τότες έρχεσαι εις τον καθρέφτη σου αντιμέτωπος μπροστά...Κοιτάς και βλέπεις ίσως το ''σαρκίο'' σου το ταλαιπωρημένο...μα εσύ δε βλέπεις γήρας...παρά μια αγέραστη καρδιά...και ένα φιλοσοφημένο νου...σε ένα σαρκίο μέσα από της αναπόφευκτης φοράς τη δίνη και του χρόνου...Κι έρχονται τώρα άλλοι που πολλές φορές νέοι λογίζονται ενώ δεν είναι...και να εφαρμόσουν προσπαθούν τη ρήση τη γνωστή : 

<<Σκοτώνουνε τα άλογα ,όταν πολύ γεράσουν>> ..

Μα οι άνθρωποι δεν είναι'''άλογα'''ούτε τα άλογα θάπρεπε να σκοτώνουν...Είναι λέει οι γέροι ασύμφοροι για την οικονομική πολιτική..είναι βάρος στα παιδιά τους...είναι πλέον άχρηστο υλικό...αναλώσιμο...για ειρωνεία κάποιων και ανάγωγων...και για το ''θάψιμο'' αν είναι δυνατόν και ζωντανών ακόμα...Μα  άραγε αναρωτήθηκαν οι ανόητοι ποτέ...πως ίσως είναι γεροντότεροι από κάποιους γέρους...γιατί με τις ιδέες τους αυτές...ήδη γεράσαν πρόωρα...και η κοινωνία στο περιθώριο τους βάζει...Γιατί δεν έμαθαν και δε διδάχθηκαν σεβασμός και αξιοπρέπεια στον άνθρωπο να δίνεις τι σημαίνει....Ούτε θαρρώ ποτέ τους άκουσαν τη λέξη: ανθρωποκοινωνιολογία και πολιτισμός...μαθήματα άγνωρα για τους ημιμαθείς και τους ''παραμορφωμένους''......

 Για τον άνθρωπο το ''γέρο'' - Σοφία Θεοδοσιάδη.
...........................................................................................................