15 Μαρτίου 2016

Το βάρος του Φωτάκη Σεβαστοκράτορα - Χουλιαράς Νίκος.

Το βάρος του Φωτάκη Σεβαστοκράτορα Χουλιαράς Νίκος
Εκτύπωση


 
  Υπάρχουν όμως κι άλλα είδη βροχής. Ανάλογα με το μέρος και με τον άνθρωπο.
     Για παράδειγμα, ο Φωτάκης ο Σεβαστοκράτορας, που κάθεται στο στενό πίσω απ’ το γηροκομείο, μπορεί να σας πει για τη βροχή που βλέπει πολύ συχνά να τρέχει παράλληλα με το ταβάνι του σπιτιού του χωρίς ποτέ να πέφτει σταγόνα στο δωμάτιο ή για την άλλη, τη διαρκώς σταματημένη μα πάντα ευδιάκριτη, ιδίως τις νύχτες του καλοκαιριού: βροχή, δηλαδή, κανονική με κόκκους κόκκους έντομα, πάνω στο άσπρο καπελάκι και γύρω απ’ τον δημόσιο λαμπτήρα: εκείνο το παμπάλαιο φωτιστικό του δρόμου, που μένει, πάντα, ξεχασμένο ανοιχτό ώς τα χαράματα έξω, ακριβώς, από το κόκκινο το σπίτι με τις γεροντοκόρες· για τη βροχή που βρέχει, χειμώνα-καλοκαίρι, αυτές τις δυο γυναίκες που μένουν, χρόνια τώρα, μόνες τους, σε κείνο το μεγάλο σπίτι, και βγαίνουν από κει, αραιά και πού, κρατώντας πάντοτε εκείνες τις παλιομοδίτικες ομπρέλες― με τα μικρά μαβιά ανθάκια, για το καλοκαίρι και τις γκριζόμαυρες παράλληλες γραμμές, για το χειμώνα ―όπως, μπορεί ακόμα, να σας μιλήσει για τη βροχή που πέφτει, εδώ και κάμποσο καιρό, στο πίσω μέρος του μυαλού του, θαμπώνοντας, ολοένα, το τζαμιλίκι εκείνο που χωρίζει το παρόν από το μέλλον, γιατί το παρελθόν, έτσι κι αλλιώς, είναι πίσω, σ’ άλλο δωμάτιο ―βαθιά και ξεκομμένο― μιας κι ο Φωτάκης ο Σεβαστοκράτορας, που έκλεισε κιόλας τα πενήντα του χωρίς καθόλου να το καταλάβει, δε θέλει να βλέπει πια τίποτα προς τα πίσω, αφού, έτσι κι αλλιώς, δεν έχει και τίποτα σπουδαίο πια να θυμηθεί.

  Είναι πάλι εκείνο το νερό που πέφτει με το τουλούμι, για ώρες: βροχή, δηλαδή, στα γεμάτα και κατακλυσμός που λένε. Να πλημμυρίζει ο τόπος νερά και να κατεβαίνουν ποταμάκια σωστά στους δρόμους. Να γίνονται, δηλαδή, οι δρόμοι χείμαρροι και να παρασέρνουν ό,τι βρουν μπροστά τους. Χώματα να παρασέρνουν, φλούδες και ξύλα· χαρτόκουτα, παπούτσια και ζωύφια: κάτι μικρά κι ανήμπορα πλασματάκια που χτυπάνε, για λίγο, απελπισμένα τα φτερά κι ύστερα αφήνονται να κατηφορίζουν ―ανάσκελα και ψόφια― σε άλλες γειτονιές ή χάνονται, πρόωρα, στους ύπουλους τους υπονόμους που καραδοκούν, με το ξεδοντιασμένο στόμα τους, πάντοτε, ανοιχτό σε κάτι απίθανες μεριές γι’ αυτόν, ακριβώς, το λόγο.

Η βροχή είναι πολλών ειδών: είναι η ψιλή που πέφτει, πλαγιαστά κι ανάλογα με τον αέρα, όλο βελονίτσες βελονίτσες· αυτή που σχεδόν δε φαίνεται αλλά τα καταφέρνει, με την υπομονή της, να μουσκεύει λίγο λίγο τα ρούχα και να ποτίζει ώς μέσα τον άνθρωπο που περπατάει στο δρόμο, με τρόπο ύπουλο και μεθοδικό κι η άλλη, η χοντρή βροχή, που φαίνεται: με τις βαριές σταγόνες, τις στρογγυλές, που κάνουν θόρυβο στα τσίγκια ― αυτή που θέλουν τα μικρά παιδιά γιατί τα νανουρίζει αλλά κι η γη, γιατί το φχαριστιέται.

ΠΗΓΗ : Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού...
 (από το Η μέσα βροχή, Νεφέλη 1991)
..................................................................................................................................................................