3 Μαρτίου 2016

"Η Μπουμπούκα" - Μάριος Χάκκας




Η φυλακή έκλεινε. Πίσω από τον πέτρινο τοίχο ή πορτοκαλιά ανταύγεια του ήλιου μαρτυρούσε τη δύση. Οι κρατούμενοι στο προαύλιο αραίωναν, καθώς ο φύλακας προχωρούσε από θάλαμο σε θάλαμο μετρώντας και κλειδώνοντας.
Λίγο καιρό πριν είχε έρθει η άνοιξη. Τα σημάδια ήταν καθαρά. Πρώτα πρώτα τους στενοχωρούσε ή μάλλινη φανέλα, κι έπειτα  ήρθαν τα χελιδόνια, μάρτυρες αδιάψευστοι,  και στήσανε νοικοκυριό κάτω από τα κεραμίδια στις παλιές φωλιές. Κι η άνοιξη σκάρωνε  κάτι σταχτιά αυγουλάκια, που σκάσανε σε λίγο και βγήκανε από μέσα κάμποσα μαδημένα, άσχημα τσιροπούλια, όλο στόμα και λαχανιασμένο στήθος.
            Έτσι η ζωή των πουλιών ήταν από κοντά τριγυρισμένη µε την έγνοια των κρατουμένων, κι όταν η διεύθυνση των φυλακών πήρε την απόφαση να χαλαστούν οι φωλιές δημιουργήθηκε τρομερή συγκίνηση σ' όλο το προαύλιο.
            Δεν έπρεπε να μείνουν αβοήθητα ... Ο Πότης πήρε το πιο έξυπνο, εκείνο που δεν προλάβαινε να το ταΐζει μύγες. Η μυγοσκοτώστρα δούλευε όλη μέρα. Ένα χαρτονένιο κουτί, η καινούρια του φωλιά, µε περισσότερα κομφόρ, βαµπάκι για στρωσίδι, ποτηράκι µε νερό και στοκ  τροφής ...
            Κι ήρθε η μέρα να πετάξει η Μπουµπούκα ελεύθερη. Μια κόκκινη βούλα πάνω στη λευκή κοιλιά την ξεχώριζε από τ' άλλα χελιδόνια. Πέταξε ξαφνιασμένο και στάθηκε στην κορφή της στέγης ακίνητο για ώρα..  Δεν τολμούσε την ελευθερία. Έξω πρέπει να 'ταν τα πεύκα, οι θάμνοι κι η χλόη, πέρα μακριά η θάλασσα να λαμπυρίζει, ψηλά  το βάθος τ’ ουρανού, ο χώρος του.
            Κι όμως στέκονταν εκεί, κοιτώντας το πηγάδι της φυλακής που κάνανε σουλάτσο οι κατάδικοι. Έμοιαζε µε κείνον τον κρατούμενο που του ήρθε ξαφνικά η χάρη, το αποφυλακιστήριο, αναπάντεχα το απόγευμα, πριν προλάβει να εξοικειωθεί µε την ιδέα της αποφυλάκισης.
            Κι η Μπουµπούκα, αντί να πετάξει στα χωράφια, έκανε έναν κύκλο πάνω απ’ τους καταδίκους και προσγειώθηκε πάνω στου Πότη τη φαλάκρα ...

          

  Σήμερα το απόγευμα το πουλί δεν έλεγε να επιστρέψει. Ο Πότης ανήσυχος στεκότανε στη μέση στο προαύλιο µε τον μπερέ στο χέρι και κατασκόπευε τον ουρανό. Πουθενά.
-         Έως πότε θα παραμείνεις στο προαύλιο; Του είπε ο φύλακας.
-         Περιμένω το πουλί, έκανε παρακαλεστικά ο Πότης.
-         Ποιο πουλί; Δε σε καταλαβαίνω.
-         Το πουλί µε την κόκκινη βούλα. Την Μπουµπούκα, κύριε φύλακα.
-         Δεν είσαι καλά, κρατούμενε. Θα περιµένουµε το πουλί για να κλείσει η φυλακή; Κι αν δεν έρθει;
-         Θα έρθει, οπωσδήποτε θα έρθει …
-         Ο κανονισμός δεν προβλέπει πουλιά και σαχλαμάρες.
        Ο Πότης άφησε την πόρτα και χύθηκε στο βάθος του θαλάμου . Έπεσε πάνω στο ράντζο του και, στρέφοντας προς τον τοίχο, τον πήρε ένα πνιχτό παράπονο.

Μάριος Χάκκας

Από το βιβλίο "Η Γλώσσα μου", για την Ε΄ Δημοτικού
.................................................................................................................................................................. 

 

Ο Μάριος Χάκκας (Μακρακώμη Φθιώτιδας, 1931 - 5 Ιουλίου 1972) ήταν Έλληνας λογοτέχνης. Εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων υπέστη διώξεις, ιδιαίτερα κατά τη δικτατορία των συνταγματαρχών........ 
Τα παιδικά και νεανικά του χρόνια τα έζησε στην Καισαριανή, με την οποία συνδέθηκε συναισθηματικά, κάτι που διαφαίνεται και στα θέματα των έργων του. Σε ηλικία 19 ετών ενώ φοιτούσε στη Σχολή Σαμαρειτών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, βοήθησε εθελοντικά τους φυλακισμένους στη Γυάρο. Στις 30 Απριλίου 1954 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 4 ετών, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να διακόψει τις σπουδές του στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Στα μέσα της δεκαετίας του '60 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Όμορφο καλοκαίρι" (ήταν και η μοναδική που εκδόθηκε όσο ζούσε ο συγγραφέας). Έπειτα από το πραξικόπημα και την εγκαθίδρυση της χούντας, υπέστη διώξεις και φυλάκιση ενός μήνα για το γεγονός ότι ήταν στέλεχος της ΕΔΑ (1960-67). Στα τελευταία χρόνια της ζωής του έγραψε τρία θεατρικά μονόπρακτα.
Απεβίωσε από καρκίνο σε ηλικία 41 ετών, στη διάρκεια της δικτατορίας.
ΠΗΓΗ: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
....................................................................................................................................................................