31 Ιανουαρίου 2016

Ήθελες πάντα να σου κελαηδώ χαρούμενα...

Ήθελες πάντα να σου κελαηδώ χαρούμενα...και στη φωλιά σου γύρω να πετάω..να φτερουγίζω..
Μα εγώ πουλί συνηθισμένο και δεν ήμουνα...ούτε κι ολημερίς εκελαηδούσα...
Γιατί τ' αηδόνια μάτια μου...πολύ πρωί και με το χάραμα και δίπλα σε ομορφιές ανείπωτες και σε ρυάκια κελαηδάνε....και μόνο στη φωλιά που είναι το ταίρι τους στήνουν καρτέρι από νωρίς.. και μελωδίες μοναδικές....στον αέρα τους σκορπάνε.....

Δεν τραγουδάω εγώ σε ξένους τόπους και λημέρια δεν αράζω....πάντα εκεί στη μυρωδιά και κάτω από τον  ίσκιο σου λουφάζω.....και ένα τραγούδι γνώριμο ...μελωδικό....κι αλλιώτικο αρχινώ....κι έρχονται και μαγεύονται απ' τις φωλιές τ' αηδόνια...
Τις συγχορδίες αρχινούν...όλα μαζί σαν ένας μαέστρος υψηλός αυτά να κατευθύνει ..και ορχήστρα μοιάζει του Έρωτα...σκοπό μοναδικό ...που στους αιθέρες γύρω τους σκορπούν....

Γράφουν και καταγράφουνε τους γήινους τους έρωτες...με έναν τρόπο θε'ι'κό και Μυθικό...τ' ανθρώπινα να μην μπορούν ..να μην τολμούν ποτέ και να τους φθείρουν...γιατί ψυχή μου οι έρωτες οι γήινοι...στο χρόνο δεν αντέχουν...και πρέπει με τα χέρια σου ψηλά να τους σηκώνεις....
κι εσύ καθημερνά και να τους σιγοτραγουδείς κι απ' το ποτήρι τους το δροσερό να πίνεις.....

Σοφία Θεοδοσιάδη.. 
..................................................................................................................................................................


 



 Τὸ ἀηδόνι και το γεράκι  

Διονύσιος Σολωμός

«Ἄκουσε, γεράκι, τὸ καημένο τ' ἀηδόνι. Ἡ ζωή μου εἶναι στὴν ἐξουσία σου, ὅπως καὶ τὸ πέταγμά μας αὐτὸ μέσα στὰ σύννεφα, ὅπου δὲν εἶχα φτάσει ποτέ. Ἀλλὰ ἄκουσέ με: Ἀπὸ τὶς μυστικὲς πηγὲς τῆς φύσης ἐρχόταν μιὰ ἤπια πνοὴ καὶ συναντοῦσε μιὰν ἄλλη, ἐξίσου ἤπια, μέσα στὸ στῆθος μου. Αὐτὴ ἡ πνοὴ γινόταν τραγούδι, ὅπως καὶ τὸ φύλλωμα τοῦ δέντρου ποὺ μὲ φιλοξενοῦσε, ὅπως τὰ ἄστρα ποὺ ἔλαμπαν ψηλά. Ἡ ὀμορφιὰ τῶν πραγμάτων ποὺ ἦταν γύρω μου μὲ συγκινοῦσε καὶ μεταβαλλόταν σὲ μουσική. Εἶδα κι ἐσένα νὰ ἔρχεσαι καταπάνω μου, καὶ ὁ φόβος μου νικήθηκε ἀπὸ τὸ θαῦμα τῆς γρήγορης καὶ μεγαλόπρεπης πτήσης σου, ποὺ τὴ θαύμαζα σὰν δῶρο τῶν θεῶν. Ἀλλὰ τὴ στιγμὴ ἐκείνη, ἀπὸ ἀπροσμέτρητο βάθος, ἑτοιμάζονταν ν' ἀναβρύσουν ἀπὸ μένα τραγούδια θλίψης γιὰ ἕνα ρόδο ποὺ τὸ μάδησε ὁ ἀέρας. Τὰ ἄρχιζα, τὰ τραγούδια αὐτά, ἐγὼ πού, ὅταν ξεσποῦσε ὁ κεραυνός, ἔνιωθα νὰ μοῦ τρέμει τὸ στῆθος, καθὼς ἤμουν μαζεμένο μέσα στὸ νέο φύλλωμα. Ἄφησέ με νὰ ζήσω μιὰ στιγμὴ μόνο, ὅσο γιὰ νὰ βγάλω στὸν αἰθέρα καὶ γιὰ τὸ αὐτί σου τὸ θησαυρὸ ποὺ αἰσθάνομαι μέσα μου. Μὴ σκοτώσεις αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ γεννηθεῖ!».

Καθὼς τὸ ἀηδόνι μιλοῦσε, τὸ γεράκι χαλάρωνε τὸ ἁρπακτικὸ νύχι του, καὶ μὲ τὸ ἄλλο ἔκανε φιλικὸ νεΰμα στὸ ἀηδόνι, ποὺ ὅμως τὴ στιγμὴ ἐκείνη ξεψύχησε. 


ΠΗΓΗ :  ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
 Ἀπὸ τὸ Ποιήματα καὶ Πεζά ..
..........................................................................................................................................................