29 Οκτωβρίου 2015

Η Φτώχεια Γύρω μας Απλώνεται Καθημερινά.........

Πόσες φορές στ' αλήθεια εσύ με ρώτησες...ποιός είναι αυτός μου ο καημός....που τα βήματά μου οδηγεί...και στις μοναχικές ακρογιαλιές....με φέρνει....
Είναι που δεν το άκουσες καλά ...κι ας τόπα εκεί στα μάτια σου μπροστά...πως οι ανοιχτές οι θάλασσες εμένα με ηρεμούν ...με ταξιδεύουν με μαγεύουν...
Θαρρείς πως θλίψη έχω στην καρδιά...και με θλιμμένο βλέμμα με κοιτάζεις...
Όχι δεν είναι η θλίψη μοναχά  ...που σε ακρογιαλές μοναχικές....με φέρνει....
Να ξανακάτσω εκεί και να σκεφτώ...σε τάξη το μυαλό μου για να βάλω....
Δεν είμαι εγώ αυτή...τη δύναμη που νόμισες πως κουβαλώ....πάντα να την ορίζω.......
Μπερδεύομαι στιγμές - στιγμές....δύσκολο το κουβάρι...που η ζωή μου ξετυλίγει....
Μα θα νομίσεις τώρα εσύ...πως τα του οίκου μου με αφορούνε μοναχά ...κι αυτά με ταλανίζουν...
με πονούνε και με θλίβουν....
Λάθος μεγάλο είναι αυτό...κι εγώ η ίδια θα στο πω...και να το καταλάβεις...πως ο εγω'ι'σμός κακό είναι συναίσθημα...κι αυτό δεν μου ταιριάζει.....
Δε γίνεται δεν αντέχεται...κομμάτι εσύ...του σύνολου...του κόσμου του απέραντου...μόνος σου να πορεύεσαι ...τα μάτια και τα αυτιά να κλείνεις...
Είσαι γεμάτος ενοχές...αν καθημερινά σωστά ετοποθετήθηκες εσύ...αν τα κατάφερες...μικρός κι αν φάνταζες εσύ ...το χρέος σου να κάνεις...
Θα αναρωτιέσαι για ποιό χρέος σου μιλώ...και την ταχτοποιημένη σου ζωή...άξαφνα σου ταράζω...
Θεός δεν είμαι μάτια μου...δικαιοσύνη να μοιράζω...μα ένας άνθρωπος απλός και ταπεινός...που τη δική μου τη ζωή...μα και των γύρω μου εκτιμώ...και στα σκουπίδια αυτήν δεν την πετώ...και δεν την εξευτελίζω...
Δεν νιώθεις τάχα ενοχές...μέσα στον τόπο σου...ξεριζωμένες τις καρδιές ανθρώπων να αντικρύζεις ?
Έρχονται μέρες μπρος στα μάτια σου η αγανάχτηση επίσκεψη για να σου κάνει...
Όσο κι αν εσύ εμπόρεσες την καθημερινότητά σου να παλεύεις....
εκεί έξω ...εκεί δίπλα σου...χέρια απλώμένα ...στη ζητιανιά παραδομένα και παραμονεύουν...
Ποιό άραγε το συναίσθημα μπορώ να καταγράψω....του απλωμένου του χεριού...που ελεημοσύνη μου γυρεύει... απαίσιο ..λυπητερό θαρρώ συναίσθημα ...για τον αναγκασμένο ...έτσι εκεί απλά ...με σκυμμένο το κεφάλι ή το δικό σου το συναίσθημα...που αδιαφορία άλλοτε στη μνήμη μου μου φέρνει...
Κι έτσι το δρόμο παίρνω εγώ...αυτόν τον δύσκολο και τον μοναχικό...στην αμμουδιά για να με βγάλει...τη σκέψη μου να συγκροτήσω ...να σκεφτώ ...να αναρωτηθώ....πολλές φορές...
Άραγε εσύ ο ένας... ο μόνος ...ο αδύναμος ...μα τόσο δυνατός με τους άλλους σαν ενωθείς φαντάζεις...κατάφερες το αχόρταγο δικό σου το εγώ...στην άκρη εκεί για λίγο να παραμερίσεις?
Πάντα μες στη ζωή μου πίστευα ...πως τις ζωές των πολιτών η οργανωμένη Πολιτεία πρέπει να φροντίζει...
Μα ήρθανε δύσκολοι καιροί...και προδοθήκαμε πολύ...και η πολιτεία ανίκανη πια για τους ανθρώπους της συνολικά δε νοιάζεται...και ίδιο το συμφέρον των ολίγων πια φροντίζει...
Και παρατάς τις θεωρίες σου τις κοινωνιολογικές,τις δίκαιες που αξιοπρέπεια εφαρμοσμένες θάπρεπε να μοιράζουν...και σκέφτεσαι ανθρώπινα και απλά....το χρέος σου εσύ ο ταπεινός και από το υστέρημά σου να το κάνεις...
Τι νόημα έχει στη ζωή...αν δίπλα σου κι εκεί  που περπατάς...την ασχήμια κάθε σου πρω'ι'νό.... μπροστά σου  αντικρύζεις..... 
( Σοφία Θεοδοσιάδη )
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,
 “Άμα τον πόνο σου τον μοιράζεσαι μ’ άλλους -λένε- λιγοστεύει”. Μπορεί. Ίσως. Μα την πείνα σου μ’ όσους και να την μοιραστείς δε θα χορτάσεις. «Καληνύχτα Ζωή »
Μενέλαος Λουντέμης.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

                                                      Λέων Τολστόι - Η Ανάσταση
                        (Μιλά για την Ανάσταση...αυτής της Κοινωνίας...ανά τους αιώνες...)


Και πάντα μες στο νου μου έρχονται κείμενα και μυθιστορήματα της κλασσικής Λογοτεχνίας...
ένα αριστούργημα είναι αυτό του Λέοντα Τολστόι....
Μιλά για την Ανάσταση...αυτής της Κοινωνίας...ανά τους αιώνες...
Υπέροχοι οι στοχασμοί του συγγραφέα για την έννοια Κράτος....
Να κάτι που θάπρεπε φίλοι μου να διαβάσετε και να μη θεωρηθεί ο χρόνος σας χαμένος...

 Στην "Ανάσταση" κορυφώνονται και εκφράζονται οι ηθικοί στοχασμοί, οι πνευματικές ανησυχίες και οι πολιτικές ιδέες που καλλιέργησε ο Τολστόι προς το τέλος της ζωής του, όταν άρχισε να αναθεωρεί τη σχέση του με το κράτος, καταδίκασε το δεσποτισμό, την εξαθλίωση των φτωχών αγροτών και το φεουδαλισμό ως πυρήνα του τσαρικού καθεστώτος. Και παρότι εξακολουθούσε να θεωρεί τον εαυτό του χριστιανό, δε φοβήθηκε να στηλιτεύσει την υποκρισία της επίσημης Εκκλησίας.


Η "Ανάσταση" είναι ένα κλασικό μυθιστόρημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ένα αριστουργηματικό βιβλίο που στην εποχή του (1899) ξεπέρασε σε πωλήσεις το "Πόλεμος και ειρήνη" και την "Άννα Καρένινα". Το τελευταίο σπουδαίο έργο του Λέοντα Τολστόι.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,


Και έτσι απλά και ποητικά...όπως πάντα μου αρέσει...αυτό μου το μoνόλογο...για τη φτώχεια των λαών...εγώ θα κλέισω....
 
Κι όταν μ’ έθαψαν κι έριξαν όλο το χώμα της γης επάνω μου,
ήτανε τόση η θλίψη ενός αδέξιου θαυματοποιού στη γωνιά του δρόμου
που βγήκα μέσ’ απ’ το καπέλο του.
Τάσος Λειβαδίτης
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

                                                                  Λατέρνα Φτώχεια και Φιλότιμο.....
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,, 

Η Αληθινή Αξία του Δαχτυλιδιού.....

Υπάρχει μια παλιά ιστορία για ένα παιδί,
που πήγε να ζητήσει τη βοήθεια ενός σοφού:
“Ήρθα, δάσκαλε, γιατί νοιώθω τόσο ασήμαντος,
που δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα.
Μου λένε ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι δεν κάνω τίποτα σωστά,
ότι είμαι αδέξιος και χαζός. Πως μπορώ να βελτιωθώ;
Τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν περισσότερο;”
…….
Ο δάσκαλος, χωρίς να τον κοιτάξει, του είπε:
……
“Πόσο λυπάμαι, αγόρι μου.
Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα πρέπει να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Μετά, ίσως..” και ύστερα από μια παύση συνέχισε :
“Αν θέλεις να με βοηθήσεις εσύ, μπορεί να λύσω γρήγορα το πρόβλημά μου και μετά να μπορέσω να σε βοηθήσω.”
…..
“Ε…μετά χαράς, δάσκαλε” είπε διστακτικά ο νεαρός, νοιώθοντας ότι τον υποτιμούσαν για άλλη μια φορά και μετέθεταν τις ανάγκες του.
…….
“Ωραία” συνέχισε ο δάσκαλος.
Έβγαλε το δαχτυλίδι που φορούσε στο αριστερό του χέρι και το έδωσε στο αγόρι, λέγοντας :
”Πάρε το άλογο που είναι εκεί έξω και τρέξε στην αγορά. Πρέπει να πουλήσω αυτό το δαχτυλίδι για να πληρώσω ένα χρέος. Είναι ανάγκη να πάρεις όσο περισσότερα χρήματα μπορείς για αυτό. Και με κανέναν τρόπο μη δεχτείς λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί. Πήγαινε και έλα με το χρυσό φλουρί όσο πιο γρήγορα μπορείς.”
……
Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι κι έφυγε. Μόλις έφτασε στην αγορά άρχισε να προσφέρει το δαχτυλίδι στους εμπόρους που το κοίταζαν με κάποιο ενδιαφέρον, ώσπου ο νεαρός έλεγε τι ζητούσε γι’ αυτό.
……..
Όταν το παιδί έλεγε “ένα χρυσό φλουρί” άλλοι γελούσαν, άλλοι του γύριζαν τις πλάτες και μόνο ένας γέροντας φάνηκε αρκετά ευγενικός για να μπει στον κόπο να του εξηγήσει ότι ένα χρυσό φλουρί ήταν πάρα πολύ για ένα δαχτυλίδι. Θέλοντας να βοηθήσει, ένας του πρόσφερε ένα ασημένιο νόμισμα κι ένα μπακιρένιο τάσι, όμως, ο νεαρός είχε οδηγίες να μη δεχτεί λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί,
κι έτσι απέρριψε την προσφορά.
……..
Αφού προσπάθησε να πουλήσει το κόσμημα σε όποιον συνάντησε στο δρόμο του στην αγορά – και σίγουρα θα ήταν πάνω από εκατό άτομα – , παραδέχτηκε την αποτυχία του, καβάλησε το άλογο και γύρισε πίσω.
…….
Πόσο θα ήθελε ο νεαρός να είχε ένα χρυσό φλουρί για να το δώσει στο δάσκαλο και να τον γλυτώσει από το πρόβλημά του. Έτσι, θα έπαιρνε κι αυτός τη συμβουλή και τη βοήθεια του δασκάλου.
……..
Μπήκε μέσα στην κάμαρη.
……..
“Δάσκαλε” είπε, “λυπάμαι. Είναι αδύνατο να τα καταφέρω. Ίσως να μπορούσα να πάρω δύο ή τρία ασημένια, όμως, νομίζω ότι δεν μπορώ να γελάσω κανέναν για την πραγματική αξία του δαχτυλιδιού.”
…….
“Αυτό που είπες είναι πολύ σημαντικό, νεαρέ μου φίλε” απάντησε χαμογελώντας ο δάσκαλος. “Πρέπει πρώτα να μάθουμε την αληθινή αξία του δαχτυλιδιού.
Καβάλησε πάλι το άλογο και πήγαινε στον κοσμηματοπώλη. Ποιος άλλος θα ξέρει καλύτερα; Πες του ότι θέλεις να το πουλήσεις και ρώτησέ τον πόσα μπορεί να πιάσει.
Ομως, μην του το πουλήσεις όσα κι αν σου προσφέρει.
Γύρισε πίσω με το δαχτυλίδι.”
…….
Ο νεαρός καβάλησε το άλογο κι έφυγε πάλι.
……..
Ο κοσμηματοπώλης εξέτασε το δαχτυλίδι στο φως του κεριού, το κοίταξε με το φακό, το ζύγισε και μετά είπε στο παιδί:
……..
“Πες στο δάσκαλο, αγόρι μου, ότι αν θέλει να το πουλήσει αμέσως, δεν μπορώ να του δώσω παραπάνω από πενήντα οχτώ χρυσά φλουριά για το δαχτυλίδι του.”
……..
“Πενήντα οχτώ χρυσά;” φώναξε το παιδί.
…….
“Ναι” απάντησε ο κοσμηματοπώλης.
“Βέβαια,, με λίγη υπομονή θα μπορούσαμε να βγάλουμε γύρω στα εβδομήντα χρυσά φλουριά, όμως, αν είναι επείγον…”
…….
Ο νεαρός έτρεξε συγκινημένος στο σπίτι του δασκάλου να του πει τα καθέκαστα.
…….
“Κάθισε” του είπε ο δάσκαλος αφού τον άκουσε.

Είσαι κι εσύ σαν αυτό το δαχτυλίδι.
‘Ενα πολύτιμο και μοναδικό κόσμημα.
Και σαν τέτοιο, πρέπει να σ΄εκτιμήσει ένας αληθινός ειδικός.
Γιατί στη ζωή σου γυρίζεις εδώ κι εκεί,
ζητώντας να εκτιμήσει ο καθένας την πραγματική σου αξία;
……..
Και μ’ αυτά τα λόγια,
έβαλε πάλι το δαχτυλίδι στο μικρό του δάχτυλο,
του αριστερού του χεριού. 

Χόρχε Μπουκάϊ

,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,
                                              

28 Οκτωβρίου 2015

Γλυκός ο Έρωτας Που Τις Καρδιές μας Σημαδεύει....



Έρωτας λέξη μαγική που τις καρδιές τις απαλοχα'ι'δεύει.....
Έρωτας που αγωνία περισσή αυτόν που σημαδεύει τον γεμίζει.....
Έρωτας το λευκό αυτό πουλί,στα χέρια σου εκάθισε,φοβάσαι να το σφίξεις,μην το τρομάξεις και πετάξει....
Έρωτας ,αγωνία  για το αύριο, μη λιώσει και χαθεί η στιγμή.......
Μια θλίψη διάχυτη στου ερωτευμένου την καρδιά, μη και η στιγμή η μαγική ,ξανά δεν επαναληφθεί.........
Γλυκά και μελαγχολικά,γεμάτα τρυφεράδα,τα λόγια αυτού του τραγουδιού,εξαιρετικά αφιερωμένα...
Σε όλους εσάς που ο έρωτας σας άγγιξε με τα απαλά του τα φτερά,έστω και μια φορά.....
Γλυκό τούτο το απόβραδο της μέρας τούτης νάναι εύχομαι και ερωτευμένους  να σας βρει....
( Σοφία Θεοδοσιάδη ) 
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

27 Οκτωβρίου 2015

Η Πατρίδα Που σε Κατοικεί...Εσένα Που το Θάνατο Περιφρόνησες....

Έμαθες πάντα γρήγορα να προσπερνάς...τα γεγονότα ...τους πολέμους και τις κατστάσεις...σαν νάναι ξένα προς εσέ και φορτικά...και εύκολα πάντα θέλεις να ακούς...ανόητες δυο φράσεις...να σου πετούν στα μούτρα σου μπροστά κι εσύ να τις διαβάζεις...
Μα η Ιστορία η αληθινή...αυτή για τις Πατρίδες...δεν γράφεται πάντα από τους Νικητές...αλλά απ' τους τολμούντες...και από τους '''ηττημμένους'''...
Έτσι έγινε και τούτη φορά...σαν εξεσηκωθήκαν...οι Μεγάλοι άρχοντες του Κόσμου αυτού...που ορέγονται Πατρίδες να μοιρασθούν και να μοιράσουν...
Μέσα σου πάντα πίστευες...σε μια Πατρίδα ελεύθερη...να δίνει τη Γη αυτή, που στη γενιά σου τη μικρή...γαλήνη να μοιράζει...
Κι ήρθαν μέρες πονηρές και δύσκολες εκεί στο 1940...παλληκαράκι εσύ 23 χρονών ...γεμάτο όνειρα και ελπίδες....
Τη λέξη ''πόλεμος '''δεν ήξερςες εσύ...στο καταπράσινο όλο μουριές χωριό σου...και μόνο στα βιβλία την εδιάβαζες...
Ήσουν ανέμελος εσύ...μαθαίνοντας τα γράμματα που εσύ επιθυμούσες...και το μετάξι τύλιγες...του όμορφου χωριού σου σε ανέμες...όμορφη απασχόληση αυτή ...που οι γονείς σου σου διδάξαν...
Μα η ζωή για σένανε άλλα τα σχέδια είχε....
Εξέσπασε ο Πόλεμος...και δύσκολες οι μέρες σου...όπως κι όλωνών  των νέων και των γέρων...
Εκράτησε χρόνους τέεσερεις ...και σου είπαν πως ετέλειωσε...
Έτσι καταχτημένος πια εσύ οΈλληνας , που στην Πατρίδα τα νιάτα σου επρόσφερες...δεν άντεχες την πίκρα της δικης σου Κατοχής και την Πείνα να αντέξεις...δεν μπορούσες....
Εθελοντές εζήτησαν...τον Αγώνα για να συνεχίσουν...
Ούτε στιγμή δεν δείλιασες  και πρώτος βγήκε στη γραμμή...εθελοντής στρατιώτης μάχιμος ...εκεί μακριά στη Μέση Ανατολή να φύγεις και να πολεμήσεις...
Τρελλάθηκε η μάνα σου...μοναχογιό σε είχε...μα εσύ την καθησύχασες και διόλου δεν εκάμφης...Γρήγορα ετοιμάστηκες και το ταξίδι αυτό το μακρινό...δε δίστασες να κάνεις...
Η φλόγα που σε έκαιγε δεν έσβησε εις τα βουνά της Αλβανίας που τόσο εκινδύνεψες... για στην καρδιά σου μέσα εκεί... δεν εκαταλάγιασε η δίψα της ελευθερίας...
Τα πράγματα δεν ήτανε απλά ...εσύ πολύ επεριπλανήθης...
Εφτά τα χρόνια σου μακριά...τα χρόνια αυτά τα σιωπηλά για τη μάνα σου...γραφές καθώς δεν λάμβανε και αν εσύ εζούσες...
Στα μαύρα ντύθηκε η κυρά ...η μάνα σου η δόλια...μαντάτα σαν δεν λάμβανε...ούτε ένα μήνυμα από εσέ...
Και πέρασαν τα χρόνια αυτά...μιας δύσκολης και επικύνδυνης πορείας...δύσκολης και επικίνδυνης όπως μας εδιηγήθης...
Ποια μάνα θα το άντεχε και πιο πατέρας δίσμοιρος να ακούει να διηγιέται...ο γυιός του ο μονάκριβος...να σκάνε οι οβίδες δίπλα του...και από τύχει να γλιτώνει...
Και σαν το δρόμο επήρες της επιστροφής...εκεί στο Ρίμινι...κάπου στην Ιταλία...ελπίδες άρχισες να τρέφεις πια εσύ...πως στην Πατρίδα πλησιάζεις...
Και ένα βράδυ ήσυχο ,γαλήνιο ...δίπλα σου μέσα στα πόδια σου έσκασε μια οβίδα...
Σαν γουρουνάκι μούπες έμοιαζε...και ω!!! η θεία τύχη....
Αυτή δε απασφάλισε κι εσύ έτσι εσώθης...να βλέπεις δίπλα σου και να κλαις...τα πόδια των συντρόφων σου...τριγύρω σκορπισμενα...που η μοίρα δεν τους επιφύλασσε την ίδια με εσέ την τύχη...
Και γύρισες τριάντα πια χρονώ...κι η μάνα σου τα μαύρα πέταξε και χόρευε στο δρόμο μέσα..
Νεκρός ήσουν κι αναστήθηκες γι αυτήν...γιατί εσύ κι Ανάσταση...τι θαρρείς πως είναι?
Και μου μιλάς τώρα για Πόλεμο εσύ που την Ιστορία καταγράφεις...
Να τη διδάξω με υποχρέωσες...και νάχω μες στη διδαχή Νικητές και Ηττημμένους...
Τίποτα δεν κατάλαβεςε από πόλεμο εσύ...
Θαρρείς εσύ πως πόλεμος ειναι οι Χρονολογίες και οι καταχτήσεις...?
Οικτρά σε εγελάσανε...
Πόλεμος είναι το ξεσπίτωμα ψυχής καρδιάς και σώματος...απ' το ζεστό σου σπιτικό...γιατί εσύ εσκέφθηκες Καταχτητή... τον Κόσμο τούτο να μοιράσεις...
Να τον μοιράσεις εκ του ασφαλούς...πίνοντας τον καφέ σου...στο γραφείο...χάρτες κοιτώντας Πόλεων που ορέγεσαι και πλούτια που σου γυάλισαν στην δική σου τη ζωή...να τα προσθέσεις...
Μα οι νέοι οι άνθρωποι εδώ...τα παληκάρια με ξεχωριστή καρδιά και φρόνημα και πάθος...
Τα αψήφησαν όλα αυτά..τα ανόητα που εσύ εσκέφτοσουν...και παραπέρα το μυαλό τους στείλαν...
Στα Ιδανικά εστάθηκαν εκεί..που το δικό σου το μυαλό...Καταχτητή μου εσύ δεν φτάνει..
όχι ποτέ μου δεν σε συγχωρώ...ούτε και τις ανοησίες σου θα τις διδάξω...όπως εσένα σε βόλευε και σήμερα ακόμα  σε βολεύει...
Η Ιστορία η αληθινή...χρυσές σελίδες γράφει...από παλληκάρια ασήμαντα για εσέ...μα τα σημαντικότερα διαμάντια κατ' εμε...σ'αυτή της Γης ...απ' το Θεό σταλμένα...
Για να μαθαίνεις τάστειλε ο Θεός αυτά τα παληκάρια..και νάρχονται συχνά πυκνά στον ύπνο σου Δυνάστη και ΚΑΤΑΧΤΗΤΉ...τον ύπνο σου να τον ταράζουν...
Αληθινή και γνήσια και ορίτζιναλ η Ιστορία μου αυτή...χρόνια κρυμμένη στην καρδιά και στο μυαλό μου είχα...
Αφιερωμένη σήμερα σε όλους αυτούς..που έταξαν και στη ζωή τους πάντοτε Φυλάγουν Θερμοπύλας...
Αφιερωμένο και στον Πατέρα μου...που ανάμεσα σ' αυτά τα παληκάρια ήταν...
Ακόμα μέσα μου θα κατοικεί η φωνή που με εδίδαξε...Πατρίδα τι σημαίνει...
Δεν στέκομαι λοιπόν στους φανφαρονισμούς...στα λάβαρα στους πύρινους και ψεύτικους πολλές φορές τους λόγους τους γραμμένους...
Σκύψιμο θέλει με σεβασμό η Ιστορία τούτη του Πολέμου του '40... 
Μνημόσυνα δεν τους έπρεπαν μοναχά...στα παληκάρια αυτά...μα ένα βαθύ χαιρετισμό στους ουρανούς κοιτώντας...
( Σοφία Θεοδοσιάδη ) 
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

 Η χώρα μας πλήρωσε το χειρότερο τίμημα:  στους 700.000 υπολογίζονται οι νεκροί από τον πόλεμο και την κατοχή, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις (το 4,5% του πληθυσμού, σύμφωνα με τα αισιόδοξα σενάρια, το…  10% του πληθυσμού σύμφωνα με τα απαισιόδοξα).
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,
 Ακόμα και ο Αδόλφος Χίτλερ παραδέχτηκε «Χάριν της ιστορικής αλήθειας οφείλω να διαπιστώσω ότι μόνο οι Έλληνες εξ όλων των αντιπάλων οι οποίοι με αντιμετώπισαν, πολέμησαν με παράτολμο θάρρος και υψίστης περιφρόνησης προς τον θάνατο…»
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

ΈΝΑ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΌ ΑΦΙΈΡΩΜΑ - ΎΜΝΟ ΣΤΟΥς ΠΕΣΌΝΤΕς...ΠΟΥ ΓΕΡΑΝΟΙ ΣΤΟΥς ΟΥΡΑΝΟΥς ΠΕΤΟΥΝ...ΚΑΙ ΜΑς ΚΟΙΤΟΥΝ ΑΠΟ ΨΗΛΑ...

                                                  ΟΙ  ΓΕΡΑΝΟΊ- ΔΗΜΗΤΡΗς ΚΑΣΣΑΡΗς 
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

Ο Ελύτης γράφει για το θάνατο του ποιητή Γ. Σαραντάρη στο Αλβανικό μέτωπο…


Ο Ελύτης γράφει για το θάνατο του ποιητή Γ. Σαραντάρη στο Αλβανικό μέτωπο…

«…Ήταν η πιο άδικη απώλεια. Θα προσπεράσω λοιπόν για να τις ξαναπιάσω, ίσως κάποτε κι αλλού, τις σκληρές μέρες της Αλβανίας. Όμως θέλω τη στιγμή αυτή, απροκάλυπτα, να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα Γραφεία και στις Επιμελητείες όλο τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό κι ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκότανε στα πόδια του, που είχε όμως προφτάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της.
 Ήταν σχεδόν μια δολοφονία. Ο Γιώργος Σαραντάρης ήταν διπλωματούχος ιταλικού πανεπιστημίου- ο μόνος ίσως σε ολόκληρο το στράτευμα-, θα μπορούσε να ‘ναι περιζήτητος σε οποιαδήποτε από τις Υπηρεσίες που είχαν αναλάβει την αντικατασκοπεία, ή την ανάκριση των Ιταλών αιχμαλώτων. Αλλά όχι. Έπρεπε να φορτωθεί το γυλιό και τον οπλισμό των τριάντα οκάδων, για να χαθεί παραπατώντας μέσα στα χιονισμένα φαράγγια ένας ακόμη ποιητής, ένας ακόμη αθώος στο δρόμο του μαρτυρίου.
Φαίνεται ότι πέρασε φριχτές ώρες. Τα χοντρά μυωπικά του γυαλιά, που χωρίς αυτά δεν μπορούσε να κάνει βήμα, τα ‘χασε μέσα στην παραζάλη. Φώναζε «βοήθεια» στους άλλους φαντάρους, αυτός ο Χριστιανός φώναζε «αδέρφια», και τα «αδέρφια» τον κοροϊδεύανε, τα πιο αδίστακτα βαλθήκανε κιόλας να του κλέβουνε κουβέρτες, μάλλινα, οτιδήποτε χρήσιμο μπορούσε ο δόλιος να κουβαλεί.

Απόμεινε σαν το κατατρεγμένο πουλί μέσα στην παγωνιά. Χωρίς να βαρυγκομήσει. Χωρίς να ξεστομίσει ένα πικρό λόγο. Περήφανος, μ’ ένα σώμα ελάχιστο και μια μεγάλη ψυχή, που τον κράτησε όσο που να τραγουδήσει ακόμη λίγο: «εγώ που οδοιπόρησα με τους ποιμένες της Πρεμετής»- κι ύστερα ν’ ανεβεί Στους τόπους “που αναγγέλλουν τον ουρανό και συνομιλούν με τον ήλιο”…».

(Ο. Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος)..
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,
ΕΠΕΙΔΗ ο  πόλεμος δεν είν' γιορτές και παρελάσεις....
Είνα στιγμές που ο άνθρωπος θα αναμετρηθεί ,με το είναι του και το εγώ του.....θα δείξει αν κατάλαβε ...πόλεμος τι σημάινει....
ΣΚΛΗΡΟ και ανελέητο το πρόσωπο αυτών που τον απαφασίζουν,σκληραίνει και τον άνθρωπο στη δίνη του αν βρεθεί....
Εμάθαμε ευχάριστα ηρω'ι'σμούς να προβάλλουμε μοναχά εκεί μπροστά ...και με φανφαρονισμούς...τη νεολαία να τρέφουμε....
Μα ο πόλεμος είναι ΄΄αγριο Θεριό...ζωές που καταστρέφει.....
Διαβάστε φίλοι μου αν θέλετε γνώμη να σχηματίστε....
Σταθείτε πίσω από τη βιτρίνα που σας σέρβιραν......το σκοπό τους να πετύχουν.....

( Σοφία Θεοδοσιάδη )
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

 Σχόλιο από το φίλο Νικόλα...
Αδυσώπητο και αιμοβόρο κτήνος ο πόλεμος..που δεν υπάρχει νικητής και νικημένος όλοι χάνουν μαύρα φορούν οι μανάδες και απο εδώ και απο εκεί...Για να χοντραίνουν την κοιλιά τους οι πολεμοκάπηλοι..και κάποια αρπακτικά..να νέμονται εξουσία....... 
 Καλημέρα..Λατρεμένη μου..Σοφι..συγνώμη για τον σκληρό μου λόγο...
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ......

Φεγγάρι μου νανουριστή την μόσχο αναθρεμμένη
όνειρο βλέπει και γελά όνειρο και προσμένει 
Να 'ρθει η γιορτή του ερχομού του σμίξιμου η ώρα
με εκείνα τα απρόσμενα τα πλουμιστά τα δώρα

θα' ρθω φεγγάρι μου θα  'ρθω με άρπα στην αυλή σου
να τραγουδήσω τον ανθό να γιαίνω την πληγή σου
και κει ψηλά στου αη- Ηλιά το πρώτο πανηγύρι
θα τον χορέψω τον χορό δεν σου χαλώ χατίρι
μον πες της μέρας απαλά να αγγίξει τα μαλλιά της
για να προλάβω να χωθώ μέσα στην αγκαλιά της

βαθύς λυγμός τα ξένα μου..βαθύς και ο καημός μου
είναι πικρή η πένα μου και ο αναστεναγμός μου
μα εγώ τον ήλιο θα ντυθώ να πάω να  ανταμώσω.....
βοήθα φεγγάρι να χαρείς και γω θα σ ασημώσω

nikos davios 27/10/2015










προς Εμένα
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,, 

26 Οκτωβρίου 2015

ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΠΑΙΔΙΑ .....

ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΠΑΙΔΙΑ ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ.

 ΟΙ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Μεσ' τους δρόμους τριγυρνάνε
οι μανάδες και κοιτάνε
ν' αντικρίσουνε,
τα παιδιά τους π' ορκιστήκαν
στο σταθμό όταν χωριστήκαν
να νικήσουνε.


Μα για 'κείνους που 'χουν φύγει
και η δόξα τους τυλίγει,
ας χαιρόμαστε,
και ποτέ καμιά ας μη κλάψει,
κάθε πόνο της ας κάψει,
κι ας ευχόμαστε:

Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά,
που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά,
παιδιά στη γλυκιά Παναγιά
προσευχόμαστε όλες να 'ρθετε ξανά.


Λέω σ' όσες αγαπούνε
και για κάποιον ξενυχτούνε
και στενάζουνε,
πως η πίκρα κι η τρεμούλα
σε μια τίμια Ελληνοπούλα,
δεν ταιριάζουνε.

Ελληνίδες του Ζαλόγγου
και της πόλης και του λόγγου
και Πλακιώτισσες,
όσο κι αν πικρά πονούμε
υπερήφανα ασκούμε
σαν Σουλιώτισσες.

Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά,
που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά,
παιδιά στη γλυκιά Παναγιά
προσευχόμαστε όλες να 'ρθετε ξανά.

Με της νίκης τα κλαδιά,
σας προσμένουμε παιδιά


Στίχοι: Μίμης Τραϊφόρος.
Μουσική: Μιχάλης Σουγιούλ 
Πρώτη εκτέλεση: Σοφία Βέμπο .
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,


 ,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,


                           Ορχηστρική Εκτέλεση -Παιδιά της Ελλάδας - Σοφία Βέμπο.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

28η Οκτωβρίου 1940: Το ηρωικό «ΟΧΙ» της Ελλάδας στην Ιταλία

 

Μνήμες γι αυτήν τη μικρή χώρα...που πάντα απροστάτευτη και πάντα μόνη....''''τορπιλλίζεται'''' παντί τρόπω...... 

Το ιστορικό
Ηταν περίπου 3 τα ξημερώματα της 28 Οκτωβρίου του 1940 όταν o Μουσολίνι απέστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο με το οποίο και απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία της Ελλάδος, (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του, στη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική.
Το τελεσίγραφο δόθηκε ιδιόχειρα στον Ιωάννη Μεταξά και μάλιστα στην οικία του στην Κηφισσιά , από τον Ιταλό Πρέσβη στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι.
Μετά την ανάγνωση του κειμένου ο Μεταξάς έστρεψε το βλέμμα του στον Ιταλό Πρέσβη και του απάντησε στα γαλλικά (επίσημη διπλωματική γλώσσα) την ιστορική φράση: «Alors, c'est la guerre», (προφέρεται από τα γαλλικά, αλόρ, σε λα γκερ, δηλαδή, Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο), εκδηλώνοντας έτσι την αρνητική θέση επί των ιταμών ιταλικών αιτημάτων.

Ο Γκράτσι στα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν το 1945, περιγράφει τη σκηνή: «Έχω εντολή κ. πρωθυπουργέ να σας κάνω μία ανακοίνωση και του έδωσα το έγγραφο. Παρακολούθησα την συγκίνηση εις τα χέρια και εις τα μάτια του. Με σταθερή φωνή και βλέποντάς με κατάματα ο Μεταξάς μου είπε: αυτό σημαίνει πόλεμο. Του απήντησα ότι αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί. Μου απήντησε ΟΧΙ. Του πρόσθεσα ότι αν ο στρατηγός Παπάγος..., ο Μεταξάς με διέκοψε και μου είπε: ΟΧΙ! Έφυγα υποκλινόμενος με τον βαθύτερο σεβασμό, προ του γέροντος αυτού, που προτίμησε την θυσία αντί της υποδουλώσεως.».
Ο Μεταξάς εκείνη τη στιγμή είχε εκφράσει το ελληνικό λαϊκό συναίσθημα, την άρνηση της υποταγής, και αυτή η άρνηση πέρασε στον τότε ελληνικό δημοσιογραφικό τύπο με την λέξη «ΟΧΙ». Σημειώνεται πως αυτούσια η λέξη «ΟΧΙ» παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά ως τίτλος στο κύριο άρθρο της εφημερίδας «Ελληνικό Μέλλον» του Ν. Π. Ευστρατίου στις 30 Οκτωβρίου του 1940.

Ο πόλεμος
Δύο ώρες μετά την παραπάνω επίδοση, ξεκίνησε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος με εισβολή των ιταλικών στρατευμάτων στην Ήπειρο, οπότε η Ελλάδα αμυνόμενη ενεπλάκη στον πόλεμο.
Το λεγόμενο «Έπος του Σαράντα», το οποίο ακολούθησε, και οι μεγάλες νίκες που ο ελληνικός στρατός κατέκτησε, εις βάρος των Ιταλών, καθιερώθηκε να γιορτάζονται κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου, την ημέρα της επίδοσης του ιταλικού τελεσιγράφου και της άρνησης του Ιωάννη Μεταξά να συναινέσει.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,


 
Τον Αύγουστο του 1940, η Γερμανία είχε θέσει ήδη υπό τον έλεγχό της το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και η Luftwaffe βομβάρδιζε ανηλεώς (αλλά χωρίς αποτέλεσμα) την τελευταία εστία αντίστασης που είχε απομείνει στις Βρετανικές Νήσους. Παράλληλα, ο Χίτλερ κατέστρωνε το πλέον μεγαλεπήβολο από τα σχέδιά του – την εισβολή στη Σοβιετική Ενωση. Το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας όμως δεν είχε ανάλογες επιτυχίες να επιδείξει.

Ο Μουσολίνι χρειαζόταν επειγόντως μια γρήγορη και αποφασιστική νίκη, ώστε να ενισχύσει το κύρος του. Η Ελλάδα φάνταζε ιδανικός στόχος, καθώς θα εξυπηρετούσε και τα ιταλικά σχέδια για απόλυτη κυριαρχία στη Μεσόγειο.

Εξάλλου, ουδέποτε σχεδόν κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα οι ελληνοϊταλικές σχέσεις υπήρξαν αρμονικές: από την κατάληψη των Δωδεκανήσων έως την αμφιλεγόμενη πολιτική της Ιταλίας έναντι της ελληνικής απόβασης στη Σμύρνη και από τον βομβαρδισμό της Κέρκυρας έως τη σταθερή υποστήριξη των αλβανικών θέσεων για την Ηπειρο, η Ρώμη δεν άφηνε καμία αμφιβολία ότι θεωρούσε την Αθήνα περιφερειακό της αντίπαλο.

Για να ξεκινήσει όμως ο πόλεμος, που τόσο επιζητούσε ο Μουσολίνι, χρειαζόταν μία αφορμή. Ετσι, ήδη από το 1939, άρχισαν οι αλλεπάλληλες ιταλικές προκλήσεις, με την ελπίδα ότι η Ελλάδα θα αντιδράσει σπασμωδικά. Εντούτοις, ο  Ιωάννης Μεταξάς δεν σήκωνε το γάντι, φροντίζοντας να θωρακίσει πρώτα την άμυνα της χώρας απέναντι σε έναν αντίπαλο με αριθμητικά πολλαπλάσιες δυνάμεις.

Στις 15 Αυγούστου του 1940, οι προκλήσεις ξεπέρασαν κάθε όριο, με τον απρόκλητο τορπιλλισμό του καταδρομικού «Ελλη». Το γέρικο σκαρί υπέκυψε και όλα συνέτειναν πλέον στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος δεν θα αργούσε. Η «εκδρομή στην Ελλάδα», που προσδοκούσε όμως ο Μουσολίνι, θα κατέληγε σύντομα σε ναυάγιο…
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,
Προετοιμασία για πόλεμο
Την επαύριο του τορπιλισμού της «Ελλης», δεν εξερράγη ελληνο-ιταλικός πόλεμος πάρα την περαιτέρω κλιμάκωση των ιταλικών προκλήσεων. Η χώρα ολοκλήρωσε απλώς τις τελευταίες της προετοιμασίες για τον μεγάλο αγώνα που επέκειτο. Η ηθική όμως προετοιμασία είχε, εν πολλοίς, ολοκληρωθεί λόγω του τορπιλισμού της «Ελλης». Οπως εύστοχα παρατηρεί ο Γκράτσι:

«Η ιταλική κυβέρνηση μπορούσε να υπερηφανεύεται γιατί είχε κατορθώσει να συσπειρώσει σε μια αρραγή ψυχική ενότητα έναν λαό βαθιά διαιρεμένο από αγεφύρωτες πολιτικές διαφορές και από βαθιά και παλιά πολιτικά μίση, γιατί είχε εμπνεύσει τη γενναία και ακλόνητη απόφαση να πεθάνει εν ανάγκη για την πατρίδα του».

Αυτή είναι και η κληρονομιά της «Ελλης» στο έπος του 1940 και κατ’ επέκταση στην εθνική μας επιβίωση.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,
 Άσμα ηρω'ι'κό και πένθιμο -Για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας..
Οδυσσέας Ελύτης

  Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
 Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
 Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
 Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
 Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
 Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
 Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...
 Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
 Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
 Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
 Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
 Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
 Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
 Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
 Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

 Ήταν γερό παιδί·
 Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
 Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
 Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
 Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
 Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
 Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του
 H αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
 Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
 Nα βάφει τα λουλούδια
 Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
 Tις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
 Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
 Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
 Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα...

 Ήταν γενναίο παιδί.
 Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
 Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
 Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
 (Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
 Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
 Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
 Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
 ―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
 Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
 Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
 Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
 Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
 Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
 Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
 Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
 Δεν έκλαψαν
 Γιατί να κλάψουν
 Ήταν γενναίο παιδί!
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,
Στη μνήμη μου πάντα μέσα εκεί θα κατοικούν ,από την ανθρωποθυσία του  Έπους του '40.. 
οι τελευταίοι στίχοι από το παραπάνω αφιέρωμα του Οδυσσέα Ελύτη...στον άγνωστο Ανθυπολοχαγό Της Αλβανίας..
Αυτόν που έπεσε για τα Ιδανικά μιας Πατρίδας...που μέσα στην καρδιά του κατοικούσε...και Ελεύθερη ποθούσε πάντα να την βλέπει...
 ( Σοφία Θεοδοσιάδη )

 Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
 Δεν έκλαψαν
 Γιατί να κλάψουν
 Ήταν γενναίο παιδί!
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

Οδυσσέα Ελύτη, «Η πορεία προς το μέτωπο»

 

Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μάς θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους — ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ’ναι.

Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που ’χαν λευκάνει απ’ τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του ’97 ή του ’12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα — έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.

Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε, απ’ τ’ άλλο μέρος να ’ρχονται, οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι. «Όι, όι, μάνα μου», «όι, όι, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ’λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.
Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρωμούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.
Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.
Από τη συλλογή Το Άξιον εστί (1959)
[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση,
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

                                     Η Πορεία Προς το Μέτωπο- Αφήγηση Μάνος Κατράκης.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

25 Οκτωβρίου 2015

Μοναδικό και Σπάνιο Κοχύλι Εσύ....

Δύσκολη η πεζότητα ...η καθημερινότητα ακόμα πιο σκληρή...
Κι εσύ ολημερίς κατάκοπος ξεχνάς πως τη ζωή απ' τα χέρια σου ...ανυποψίαστος τη χάνεις...
έτσι σου μάθαν και σου δίδαξαν ...σ' αυτά τα δύσκολα ... βαρύτητα να δίνεις...
Μα σαν οι μουσικές τ' αυτιά σου κατακλύζουν ...το νου και την καρδιά...βγαίνεις ...φεύγεις πετάς...κι έναν καινούριο ουρανό αναζητάς να βρεις...ένα πλανήτη άγνωστο...ένα σύμπαν για να ζήσεις...
Τι κι αν πατάς ακόμα εδώ στη Γη....
Εμπήκες η αγάπη σαν σου μήνυσε...σε ένα διαστημόπλοιο ...που σε καινούρια ακρογιάλια θα σε βγάλει...
Τι θάματα μπροστά σου απλωμένα...
Τι ομορφιά πρωτόγνωρη κάθε φορά ... καινούρια  ακρογιαλιά εμπρός σου σαν απλώνεται...
Μη φοβηθείς τη θάλασσα καρδιά μου εσύ....
Κολύμπι έμαθες καλό και στους κυματισμούς δεν εφοβήθης...
Κοχύλια έψαχνες στα μακροβούτια σου μοναδικά να βρεις....
 Και μάζεψες πολλά και βρήκες ...στη συλλογή σου όμως τα μοναδικά ...τα σπάνια ζητούσες...
Μα πάντα μες στις συλλογές...ένα ...μοναδικό ...εκεί στην άκρη...σε μια γωνιά ...μονάχο ξεχωρίζει....
Μαργαριτάρι μέσα του κρατεί...προσεχτικά να το ανοίξεις απαιτεί...μην τύχει και σου σπάσει...
Περιποιήσου το καλά ...απαλά και τρυφερά...και χρόνια εκεί ...μέσα στη συλλογή σου της καρδιάς...αυτό θα ξεχωρίζει...
Άγνωστος ο πλανήτης που ταξίδεψες αυτός ...άγνωστη και η ακρογιαλιά του...
Μα εσύ εβάλθηκες από μικρό παιδί ακόμα...κοχύλια μαργαρόφερτα να ψάχνεις και να βρίσκεις ...κι έτσι τις νέες τις ακρογιαλιές...ποτέ να μη φοβάσαι...
Θάλασσες είναι τι θαρρείς....
Πότε γαλήνιες αυτές κι άλλες φορές φουρτουνιασμένες στέκουν....
Μα τη δροσιά τους σαν γευτείς...ποτέ σου πίσω δεν γυρίζεις...
Είν' τα ταξίδια τ' ανοιχτά ...γεμάτα φως...αέρα μελτεμιού...γεμάτα μυρωδιές θαλασσινές...
Και αν στον έρωτα δεν έδωσες και του χρωστάς ακόμα ...θα καταλάβεις αναγνώστη εσύ ...γιατί εγώ αυτά στα λέω...
( Σοφία Θεοδοσιάδη ).
 ,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,


                                                  Μαργαριτάρια - Κώστας Μακεδόνας
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

Καλημέρα Έρωτα.......


Σαν εξημέρωσε έψαξα πολύ ένα ποίημα για να βρω...τον Έρωτα και την Ομορφιά για να υμνήσω....Περιπλανήθηκα πολύ εκεί μες στα γραπτά των ποιητών....μα τίποτα δεν με ικανοποιούσε  πια.....μέσα εκεί, για νάβρω να σου στείλω....
  Τώρα μόλις το αντιλήφθηκα και το γιατί....
Γιατί ο κάθε έρωτας...μοναδικός...μέσα στ' ανθρώπου την καρδιά φυτρώνει....
Θείος ο Έρωτας ...μα και τα Πάθη των ανθρώπων.....
Μάγος αυτός που μετατρέπει τις ψυχές...και γίνονται από κάμπιες Πεταλούδες.....
  Ποιήτρια δεν είμαι εγώ...μα την Πεταλούδα που γεννήθηκε απόψε μες στην κάμαρά μου και μέσα μου εδώ...στα χέρια μου κρατώ απαλά ...και  στα δικά σου την εναποθέτω....
Είναι λευκή κι ευαίσθητη και μεταξένια έχει τα φτερά ...και να μου την προσέχεις...
(  Σκέψεις - Σοφία Θεοδοσιάδη )
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

Για Έναν Έρωτα......

Eίναι αδύνατον κανείς ...να το ελέγξει δεν μπορεί... αυτό το ανεξέλεγκτο...
Δυνατό παιχνίδι  του μυαλού αυτό........
Τα  ταχτοποίησα ...έτσι νόμισα...το πίστεψα το ψέμμα που ξεστόμισα στον εαυτό μου...κι είπα μπορείς σαν θέλεις ..μοναχή σου όλα να τα κάνεις...
Κι ένιωσα δυνατή και άτρωτη...και βγήκα από το σκοτάδι που βυθίστηκα...
Και γέμισα με δύναμη και ελπίδα την ψυχή μου...πως επιτέλους τώρα πια ..τον έλεγχο στα χέρια μου κρατώ...γερά και σταθερά της ταχτοποημένης πια ζωής μου...
Κι ήρθες εσύ...που χρόνια μέσα μου σε έπλαθα ...λιθάρι το λιθάρι...σε ένα οικοδόμημα που ονειρεύομουν να φτιάξω...
Κομμάτια εκατάλαβα πως έλειπαν ..μέσα μου ανεκπλήρωτα ...που σκέπαζα να μην τα βλέπω...
Κι ήρθες εσύ...και τη μορφή σου δεν σχημάτισα ...δεν αποτύπωσα μπροστά μου...και με λόγια απλά ...μα που στην καρδιά στοχεύαν...μου διέλυσες όλα μου τα διλήμματα..με τράβηξες με δύναμη...και σαν ανεμοστρόβιλος με σήκωσες ψηλά...
Δεν ξέρω αν τη ζάλη αυτή μπορώ να την αντέξω...
Μα ένα είναι σίγουρο πως θέλω να πετάξω...
Μαζί σου θα το κάνω αυτό το πέταγμα...γιατί πια δεν φοβάμαι....
Ας καίει ο ήλιος στα ψηλά...κι αν θέλει ας με κάψει...Δεν με κρατούν τα πόδια μου ...απόψε επάνω εις τη γη.....
Και ναι δεν κάνεις να εκτίθεσαι και να το λες ...πως έρωτεύτηκες και καίγεσαι για έναν έρωτα μοιραίο......
Ποιά χέρια εκινήθηκαν και σ' έφεραν μπροστά μου...
Είναι οι Μοίρες οι καλές ή Μάγισσες που την ψυχή μου διεκδικούν να κλέψουν...
΄΄Οποια κι αν είν' τα χέρια αυτά...πάντα θα τους χρωστάω...
Κανέις ποτέ δεν μπόρεσε..σε τάξη τη ζωή του για να βάλει...σαν έρωτας μες στην καρδιά...από μικρός σαν φλόγα κουβαλά...και άλλες καρδιές να πλησιάσει ψάχνει...
Να κοιμηθώ δεν μούρχεται και χρόνο για να χάσω...
Να το βιώσω θέλω δυνατά...στιγμή μη μου ξεφύγει...
Τον έχασα τον ταχτοποιημένο μου εαυτό...γιατί εκεί στα μακρινά ...που ούτε που το λογάριαζα ...ένα μυαλό πιο δυνατό...παιχνίδι επιτραπέζιο μου έστησε και  να κερδίσει προσπαθεί...
Μα η μάχη είναι άνιση...όταν το ένα το μυαλό..ιλλιγγιώδη την ταχύτητα την έχει αναπτύξει...
Για σένα απόψε εγώ εκάθισα...να εκφραστώ...να γράψω...για το σεισμό που έφερες και ρήγμα βαθύ ...μες στην καρδιά μου άνοιξες...
Το λουλούδι που θα ξεπεταχθεί...εσύ θα το διαλέξεις...
Έτσι μοναχά θα κοιμηθώ...ο ύπνος αν με πάρει...δίνοντας το βάρος της ψυχής εσύ να το κρατάς...
( Κείμενο - Σοφία Θεοδοσιάδη )
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,, 

23 Οκτωβρίου 2015

Μάθε τη ζωή Σου να Εκτιμάς....

Πως πέρασαν κινηματογραφικά από μπροστά σου τόσες θύμησες ...εικόνες που την ίδια τη ζωή εφιλοτεχνήσαν ? Έγραφες ...κένταγες ...ζωγράφιζες επάνω στον καμβά σου...τοπία που η ίδια η ζωή σου χάριζε απλόχερα...να ζεις...πότε πετώντας πάνω κει ψηλά στα σύννεφα και πότε σε προσγείωνε στη γη....
Αγαναχτούσες ...εχαιρόσουν...έκλαιγες...γελούσες...τραγουδούσες...θύμωνες...κι όλα μαζί σου αυτά τα κουβαλούσες...
Και άλλαζε το βλέμμα σου μέρα με την ημέρα...
Και σήμερα ξανά και πάλι μπρος σου σκέψεις και διλήμματα και αναρωτήσεις σου προσωπικές και της καρδιάς σε ταλανίζουν...
Πάντα ο φόβος για το αύριο της ύπαρξής σου έρχεται και σε κυριεύει...
Κι όχι τυχαία γιατί ετρελλάθηκες...
Μα όταν τόσο μπροστά το αβέβαιο της ύπαρξής σου σου θυμίζει...πως δεδομένη η συνέχεια επάνω εις τη γη αυτή...ποτέ και για κανέναν μας δεν είναι...βιάζεσαι αποφάσεις για να πάρεις...
Μελαγχολικές οι σκέψεις μου σας φαίνονται...μα σίγουρα τέτοιες δεν είναι...
Σκέψεις βαθιές συνειδητότητας τις λέω εγώ...που κάνουν μέσα μας...λήψη καινούργια κι από άλλη πλευρά ...άλλη ματιά τη ζωή μας να κοιτάμε....
Συχνά και περιμένοντας έξω από χειργουργεία...τις πιο βαθιές και σκοτεινές τις σκέψεις..στο νου τους οι ανθρώποι φέρνουν...
Και ναι αδυναμία της ανθρώπινης ψυχής ...είναι οι σκέψεις μας αυτές...
Μα σαν θα κάτσεις για να το καλοσκεφτείς...και δεύτερη φορά το μελετήσεις ...το δώρο που σου χάρισε η ζωή ...να ζεις...πολύ θα το εκτιμήσεις...
Αναλογίσου μοναχά ...πόσες φορές σε φλέρταρε ο ''θάνατος'''χωρίς και να το καταλάβεις...και πόσες φορές το ραντεβού μαζί του το ανέβαλλες και τόβαλε κι αυτός στα πόδια....
Μην κλαψουρίζεις για τα καθημερινά τα ασήμαντα...τις μικροατυχίες που τη ζωή σου δυσκολεύουν...έρχονται αυτές μπροστά σου εκεί μαθήματα να σου διδάξουν...
Και ξανακοίταξε ....και ξαναπροσδιόρισε...κοτάξου στον καθρέφτη...
Και ο καθρέφτης της ψυχής ...ποτέ του ψέμματα δεν ήξερε να λέει...  
Άσε λοιπόν τις κλάψες και τα μίζερα τα μοιρολόγια και δόξασε και πες...το πρω'ι'νό σαν σήμερα εξύπνησες και η βροχούλα αυτή του Φθινοπώρου σε εδρόσισε...πως είσαι ακόμα ζωντανός και μια ολόκληρη ημέρα εκεί σε περιμένει...
Να την χαρείς.. με όλα της τα πάνω της ...τα κάτω της...γιατί στις αναμνήσεις σου κι αυτή θα προστεθεί...και οι ανμνήσεις μας αυτές..είναι ζωή ζησμένη...
( Σοφία Θεοδοσιάδη )
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,
 Μια φορά υπάρχουμε, δεν υπάρχει τρόπος να υπάρξουμε δυο φορές και μάλλον δεν θα υπάρξουμε ξανά ποτέ. Κι εσύ που δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις τη χαρά. Και η ζωή πάει χαμένη με τις αναβολές και ο καθένας πεθαίνει απασχολημένος.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,


                                                 Το τραγούδι Της Ζωής- Γιώργος Λαπαδάκης. 
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,                      


                      

21 Οκτωβρίου 2015

Τα κόμματα , η επανάσταση κι’ ο έρωτας. (Απο «τα κεραμίδια στάζουν» του Χρόνη Μίσσιου) .


«Τα κόμματα μας τελείωσαν, Μιχάλη. Χωρίστηκαν κι αυτά σε κεφάλι και κορμί, σε αρχηγούς και οπαδούς. Μόνο όσοι γουστάρουν να ασκούν εξουσία και να εξουσιάζονται, όσοι νοιώθουν μοναξιά και ανασφάλεια, ανήκουν πλέον στα κόμματα, από κοινωνικές εκφράσεις έγιναν κοινωνικά εκτοπλάσματα. Δεν διακονούν την κοινωνία, δεν την απελευθερώνουν, επιβλήθηκαν στην κοινωνία και την δολοφονούν. Είναι πολύ εύκολο, ξέρεις, και αφάνταστατα ανακουφιστικό, να εκχωρείσαι, να απαλλάσσεσαι από πάσαν ατομικήν ευθύνην. Κι εδώ που τα λέμε, τα αδιέξοδα όπου μας οδήγησαν -και που με κομπασμό τα ονομάζουν «πολιτισμό» – οι επιλογές του ανθρώπου, εξαντλούνται ανάμεσα στον αφηρημένο λόγο του αρχηγού, που καλύπτει όλη την τραγικότητα και την κτηνωδία της πραγματικότητας, στη λατρεία των συμβόλων, στο ανάκλιντρο του ψυχαναλυτή και στο ζουρλομανδύα…
Η απόλυτη ταύτιση της εξουσίας -σκοπών, μέσων και μεθόδων- με μοναδικό σκοπό πως θα κατακτήσουν μεγαλύτερο κομμάτι εξουσίας και περισσότερους οπαδούς, πως θα βάλουν τις «μάζες» να δουλέψουν καλύτερα, κατατρώγωντας τα σωθικά τους και δολοφονώντας τη μήτρα που της γέννησε, είναι η κοινή τους συνισταμένη… Το όνειρο εκατομυρίων ανθρώπων που βίωσαν την πιο βάρβαρη εξουσία των πιο υψηλών ιδανικών: ένα μπουκάλι κόκα κόλα… Γεμίσαμε από λέξεις που δεν κοστίζουνε τίποτα πια, μαρμαρωμένες στο παρελθόν από την κακιά μάγισα της εξουσίας.Ποιός θα τις λευτερώσει; ποιός θα τις αναστήσει; ποιός θα τις καθαρίσει από τον τρόμο, την οδύνη και την απάτη;… Γεμίσαμε από «επαναστάτες» – είναι της μόδας, βλέπεις, δεν κοστίζει τίποτα. Μα όταν μια ζωή η μόνη σου έγνοια είναι πως θα λαδώνεις την προπέλα που σου βάλανε στον κώλο το σύστημα και οι αρχηγοί, είσαι ένα πια…

Ποιός θα πληρώσει την πίκρα των κομμουνιστών, που μπροστά στον τάφο, δεν έχουν ένα τοπίο να ακουμπήσουν την τρυφερότητά τους;… Μερικοί βολεύτηκαν: «Δεν φταίνε οι ιδέες, μα οι συνθήκες». Μάλιστα. Εν ονόματι του μαρξισμού και του «επιστημονικού σοσιαλισμού». Καημένε Προυντόν, καημένε Όουεν, καημένε Μπακούνιν και όλοι εσείς που δεν σας επιτρέψαμε να φέρετε στην επανάσταση το άρωμα της ευαισθησίας, της φαντασίας και του παραλόγου… Όχι, δεν ανήκω πουθενά, ούτε ψηφίζω πια. Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανέναν, δε θέλω να είμαι αρεστός σε κανέναν, μιας και δε θέλω να πείσω κανέναν, δε θέλω να σώσω κανέναν, δε θέλω καμία νίκη. Είμαι ευτυχής. Δεν έχω καμία πρόταση, δε φοβάμαι καμία απόρριψη, παρά μόνον εκείνη στα μάτια των γυναικών…
Μπα, μη θαρρείς πως είμαι λεύτερος. Άλλωστε, ούτε ξέρω πια τι θα πεί η λέξη που στ’ όνομά της θυσιάστηκαν τα υψηλότερα συναισθήματα, αλλά που κάθε αγώνας για την κατάκτησή της παγίωνε την αναίρεσή της, εμπεδώνοντας, όλο και πιο αποτελεσματικά, όλο και πιο πλατιά, την εξουσία μέσα στην κοινωνία. Θαρρώ πως δεν μπορούμε να μιλάμε πια για ελευθερία, αλλά για μια απελευθέρωση… Ναί… πρέπει να αποκαταστήσουμετη ζωή μέσα μας. Χωρίς μια βαθιά επανάσταση του είναι μας, αν δεν ξεράσουμε όλη τη φιλοσοφική και ιδεολογική σαβούρα που μας τάϊσε ο «πολιτισμός», δεν πρόκειται να πετάξουμε προς πουθενά… Μην περιμένεις, σου είπα, δεν έχω καμία πρόταση, ούτε γλώσσα να σου μιλήσω. Ένα νεκροταφείο ο λόγος, οι λέξεις με προδίδουν, με παραπέμπουν ξανά στο παρελθόν, στις λογικές κατασκευές του οράματος. Αλλά εμείς ποτέ δεν υπήρξαμε «λογικοί», ποτέ δεν ήμασταν ωφελιμιστές. Γιατί, τότε, τι σκατά ζητάγαμε στα μπουντρούμια, στα βασανιστίρια και στα εκτελεστικά αποσπάσματα, χωρίς να πιστεύουμε στο ουρί του παραδείσου; Εμείς, οι υπερασπιστές της ευτυχίας και λάτρεις της ζωήςκαι της ελευθερίας;Γιατί δεν κάναμε και μείς τον κοριό, ώσπου να ‘ρθει η μέρα να μας θάψουνε να ησυχάσουμε;…

Όχι! Εμείς που φτάσαμε ως τα έσχατα, πρέπει να ζορίσουμε το μυαλό και το κορμί μας να φτάσει ως την ύψιστη τρέλα της απόλυτης άρνησης, και μέσα από τη φωτιά της εσωτερικής μας αντίστασης να αναστήσουμε την αισθαντικότητά μας. το νόημα και τον αισθησιασμό της ζωής μας… Μπορούμε να το κάνουμε; Να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες της ζωής μας; Ιδού το μέγα φιλοσοφικό ερώτημα της εποχής μας… Χιλιάδες εξεγέρσεις, επαναστάσεις, πολέμοι,πραξικοπήματα, μεταρυθμίσεις, τεχνολογικές επαναστάσεις, και η ζωή μας κατάντησε μια τραγική περιπέτεια μέσα στην κρεατομηχανή της εξουσίας. Απολέσαμε το «υπαρξιακό μας πρόβλημα», που θα μας βοηθούσε να επαναστατήσουμε ή να τρελαθούμε. Το αίτημα της ατομικής μας ολοκλήρωσης, της εμπραγμάτωσης, της αισθησιακής και συναισθηματικής μας αρμονίας, γίνεται όλο και πιο ανέφικτο, όλο και πιο συρρικνωμένο…
 Δεν είναι πια δυνατόννα συνενοηθούμε με ιδεολογίες, αλλά μέσα από την ατομική συμπεριφορά και πράξη, τη συλλογική μας συν-κοινωνία, τη συνεργασία, τη συλλογική μας συν-αρμονία, την ατομική μας συν-διαφορετικότητα. Ο λόγος, εσωτερικά φαγωμένος, όπως και η ζωή μας, δεν είναι πια ικανός για συν-κοινωνία. Οι λέξεις χωρίς μνήμη και ευθύνη, σέρνονται στην καθημερινότητα, κουρέλια χωρίς σώμα, που τα παίρνει ο άνεμος, όπως τις ξεσκισμένες αφίσες των κομμάτων και των σωματείων… Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε διαφορετικά, παρά μόνο μέσα από την αγάπη, την τρυφερότητα του χαδιού, το ερωτικό μας βλέμμα. Από την επαφή μας με την γη, με τη φύση, θα ξαναγεννηθεί ο καινούριος λόγος της ατομικής ευθύνης και μνήμης.

– Άρα έχεις πρόταση…
-Όχι, μα θαρρώ πως μια μέρα θα ξανανταμώσουμε και με τον εαυτό μας, και με τον διπλανό μας, και με τον κόσμο… Σκέφτομαι πως η κινητήρια δύναμη της ζωής είναι η αναζήτηση της χαράς, της ηδονής, της απόλαυσης. Αυτό το βλέπεις με την πρώτη ματιά γύρω στη φύση, αν τα μάτια σου είναι ακόμα κατοικημένα από τις αισθήσεις. Ζωή, ηδονή, χαρά θάνατος, είναι μια αδιατάρακτη ταυτότητα, κι αυτό είναι ένας σημαντικός λόγος αισιοδοξίας… Το λάθος των επαναστατικών κινημάτων ήταν πως αναζήτησαν τις νέες πολιτισμικές αξίες σ’ έναν πυρήνα δυστυχίας.

 Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις, μα θέλω να πώ πως, αντί να κηρύξουμε την απόλαυση της ζωής, κηρύξαμε την ισότητα στα καταναλωτικά αγαθά. Αντί την απελευθερώση από την πολυπλόκαμη εξουσία, την ελευθερία του συνέρχεσθαι… Έτσι, από επαναστατικοί καταλύτες γίναμε απόστολοι-εξουσία του κερατά. Η αναζήτηση αυτής της «ευτυχίας» μας οδήγησε στην ίδια αντίληψη για τη ζωή, στον ίδιο τρόπο σκέψης και τρόπο ζωής, με τον καπιταλισμό, που θέλαμε να ανατρέψουμε. Ήταν φυσικό λοιπόν, ύστερα από μια δραματική και τραγική περιπλάνηση, να ξανανταμώσουμε με τον καπιταλισμό, και μάλιστα ως υπανάπτυκτοι ή ξεπεσμένοι πρίγκηπες, αλλά με εκατομμύρια νεκρούς Δον Κιχώτες που, ποιός ξέρει, ίσως τούτη τη στιγμή τα θαμμένα κοντάρια τους πετάνε τα πρώτα βλαστάρια τους μέσα στη γη… Αλλιώς… δες τα, αν αφαιρέσεις τις λέξεις και τα συνθήματα, όλα τα άλλα είναι απελπιστικά όμοια…
Μα τι περιμένεις, σαν ο Μάρξ, που ήθελε να λευτερώσει τον κόσμο, δεν μπόρεσε να λευτερώσει τον εαυτό του… Το ξέρεις δα πως ήταν «μοιχός», γαμούσε κρυφά την υπηρέτριά του, δηλαδή και αφεντικό με δούλα και υπόδουλος στην παντρειά… Μα πώς αλλιώς, αφού στην φιλοσοφική του ανάλυση «ξέχασε» το «συνουσιάζομαι άρα υπάρχω» και το αντικατέστησε με την μαλακία του Καρτέσιου: «σκέφτομαι άρα υπάρχω…» Κι αφού μόνο εμείς «σκεφτόμασταν», εμείς υπήρχαμε, κι όσο σκεφτόμασταν, τόσο χάναμε την επαφή μας με τη ζωή…»

Χρόνης Μίσσιος, 1991, σελ 73-76, «Τα κεραμίδια στάζουν»
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

20 Οκτωβρίου 2015

Χρόνης Μίσσιος: Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται...

Η ζωή μια φορά μας δίνεται .Άπαξ που λένε.
 Σαν μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον, μ'αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τί την κάνουμε, ρε; Αντί να τη ζήσουμε; Τί την κάνουμε; Την σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την...

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.
Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;
Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος.
Πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα;
Έτσι, μ' αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας, σα να είναι βάρος. Και μάς είναι βάρος.  Γιατί δε ζούμε...  κατάλαβες;
Όλο κοιτάμε το ρολόι! Να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ'την αρχή.
Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν "αξίες", σαν "ανάγκες", σαν "ηθική", σαν "πολιτισμό".
Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών.
Αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας...
Όλα, όλα Σαλονικιέ, τ' αφήσαμε, γι' αυτό το αύριο, που δεν θα 'ρθει ποτέ...
Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως:
Πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας.
Όμως, τ' αφήσαμε για αύριο.
Για να πάμε πού ρε Σαλονικιέ; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος, και δεν πάμε πουθενά αλλού παρά στο θάνατο.
Και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό, γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ' τη ζωή μας, χαιρόμαστε!
Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.
Την καταντήσαμε έναν καθημερινό -χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης- θάνατο!
Διότι, αυτός είναι θάνατος!
Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος. Είναι μετάβαση.
Είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δεν δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί, θα δώσεις χάρη κι ομορφιά, όπως η Μαρία, που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει...
Ήρθανε να την πάρουνε, και η Μαρία, είπε το "όχι", με τον πιο αμετάκλητο τρόπο.
Πήγαμε στην κηδεία της. Και τί άκουσα τον παππά να λέει;
"Χοῦς εἶ, καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει"...
Και τότε κατάλαβα, πως η Μαρία σώθηκε.
Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια... -
Χρόνης Μίσσιος
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

Ο Χρόνης Μίσσιος, συγγραφέας, αντιστασιακός, αγωνιστής της Aριστεράς και ίσως ο πρώτος ακτιβιστής στην Ελλάδα υπέρ της ολιστικής οικολογικής φιλοσοφίας, γεννήθηκε στην Καβάλα το 1930, από γονείς καπνεργάτες, και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες, καπνεργάτες από τη Θάσο και παράνομους κομμουνιστές κυνηγημένους από τη δικτατορία του Μεταξά.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, η οικογένειά του καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη και ο Μίσσιος δουλεύει μικροπωλητής, με κασελάκι, στο λιμάνι.
Το σχολείο το σταμάτησε στη δεύτερη τάξη του δημοτικού, λόγω οικονομικής ανέχειας.
Λίγο αργότερα στέλνεται από τον Ερυθρό Σταυρό στα Γιαννιτσά μαζί με άλλα παιδιά, για να γλιτώσουν την πείνα της Κατοχής. Εντάσσεται στην Εθνική Αντίσταση.
Με την απελευθέρωση επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και οργανώνεται στον Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων. Το 1947 συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον εμφύλιο πόλεμο.
Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν και γλίτωσε τον θάνατο χάρη σ’ένα τυχαίο γεγονός.
Φυλακίζεται ως το 1953 και από το 1962 ζει εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη.
Ένα μόνο “διάλειμμα” ελευθερίας, μεταξύ 1962 και 1967, τον βρίσκει στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη και, στη συνέχεια, ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ.
Στη φυλακή (Φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας, Κορυδαλλού) πέρασε και το μεγαλύτερο διάστημα της απριλιανής δικτατορίας. Την περίοδο της καθείρξεώς του μάλιστα έμαθε ουσιαστικά ανάγνωση και γραφή.
Μέχρι και τον Αύγουστο του 1973 που αποφυλακίζεται (αμνηστία του Παπαδόπουλου) περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες, ως πολιτικός κρατούμενος.
Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε σε μεγάλη ηλικία.
Το πρώτο του βιβλίο “Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς… (Γράμματα, 1985) τον καθιέρωσε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέα στη συνείδηση κριτικής και κοινού.
Ήταν ένα αυτοβιογραφικό κείμενο γραμμένο σε συνειρμική και λαϊκή γλώσσα που εντάσσεται στην παράδοση της απομνημονευματογραφίας[2], καθιερώθηκε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέας στη συνείδηση κριτικής και κοινού.
Μετέτρεψε την οδυνηρή πολιτική του εμπειρία σε ζωντανό λογοτεχνικό μύθο, καταγγέλλοντας τόσο τα βασανιστήρια και τους βασανιστές του όσο και τους κομματικούς γραφειοκράτες της Αριστεράς και τον δογματισμό τους.
Η αμεσότητα του προφορικού του λόγου, που προδίδει μια γνήσια λαϊκή αφήγηση, όπως και η γεμάτη εκπλήξεις πλοκή του, θα επιτρέψουν στον Μίσσιο να υπερβεί το στενό πλαίσιο του αριστερού απομνημονεύματος και να φιλοτεχνήσει μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία με έντονα πολιτικό λόγο.
Την ίδια ανταπόκριση βρήκε και το δεύτερο βιβλίο του “Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;” (Γράμματα, 1988).
Στα επόμενα βιβλία του ο Μίσσιος θα διατηρήσει τη θερμότητα των αισθημάτων του, μεταδίδοντας το ανθρωπιστικό του μήνυμα για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο χωρίς καμία ιδεολογική διόπτρα: από το «Τα κεραμίδια στάζουν» (1991) μέχρι τα «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι» (1996) και «Ντομάτα με γεύση μπανάνας» (2001)“[3].
Ο Μίσσιος υπήρξε εμπνευστής μιας λογοτεχνίας που παρά τον σκληρό κόσμο τον οποίο απεικονίζει, δεν χάνει ποτέ την αισιοδοξία και την πίστη της στις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου, ο οποίος είναι ικανός υπό συνθήκες ελευθερίας να ζήσει σε μια δημοκρατία που θα εγγυάται τόσο τα ατομικά δικαιώματα όσο και την ευδαιμονία της κοινότητας.[4].
Συμετείχε σε ενέργειες προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ πραγματοποίησε και τηλεοπτικές εκπομπές με θέμα την προστασία της ελληνικής πανίδας.
“Κοσμοκαλόγερος”, σαν τους ήρωες ορισμένων από τα βιβλία του, ο Χρόνης Μίσσιος τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Καπανδρίτι, με την σύντροφό του Ρηνιώ και τα σκυλιά τους σε ένα αγροτόσπιτο.
Πέθανε στις 20 Νοεμβρίου 2012, σε ηλικία 82 ετών σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο της Αθήνας μετά από μάχη με τον καρκίνο[5].
(Πηγές: ΕΚΕΒΙ, biblionet.gr, Βικιπαιδεια, chronismissios.wordpress.com)
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,
 «Πιστεύω ότι ο μόνος δρόμος, η τελευταία έξοδος προς την ελευθερία του ανθρώπου και του πλανήτη είναι η ολιστική οικολογική φιλοσοφία, σκέψη, πράξη, συμπεριφορά. Η οικολογία ούτε φέρει ούτε εδραιώνει καμία εξουσία, αντίθετα την καθιστά άχρηστη. Είναι μια επανάσταση αυτογνωσίας, μια επανάσταση ανθρώπινης συνείδησης. Δεν είναι μια «πίστη» σε μια ιδεολογία αλλά μια καθημερινή πρακτική για να επανασυνδέσουμε τη λογική με τις αισθήσεις, να απελευθερώσουμε τη συμπαντική μας ιδιαιτερότητα. Να αναγνωρίσουμε τη διαφορετικότητα, την αυταξία και την αναγκαιότητα του συνόλου της ζωής… Είναι ένας δρόμος επαναπροσέγγισης του κόσμου που μας περιβάλλει, ένας δρόμος στην αναζήτηση της χαράς αντί της αγωνίας. Έχουμε ανάγκη να ξαναβρούμε την προσωπική μας αισθητική, τα προσωπικά μας μονοπάτια, του έρωτα, της αγάπης και της τρυφερότητας, το άρωμα του κόσμου και της ύπαρξής μας.”
 Χρόνης Μίσσιος
 Στο tvxs.gr μία από τις τελευταίες αφηγήσεις του Χρόνη Μίσσιου στην Κρυσταλία Πατούλη.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,
Σε μια Ελλάδα που καθημερινά κατρακυλάει και βουλιάζει όλο και πιο πολύ, κι όχι μόνο οικονομικά , μα και αξιακά, υπήρξαν φωνές που έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου,δυστυχώς εις ώτα μη ακουέτω...
Θεωρήθηκε από πολλούς << λα'ι'κός >>ο Χρόνης Μίσσιος...
Ναι.. γιατί δεν έζησε στα μεγάλα σαλόνια...ναι γιατί είχε ταπεινή καταγωγή...
Και ναι γιατί οι αλήθειες που ξεστόμισε,έβλαπταν τα συμφέροντα πολλών...
Και ναι ήταν << λα'ι'κός αν θες...γιατί ήταν ανένταχτος...γιατί τα << Νόμπελ >>του τάδωσε ο λαός και όχι οι Ακαδημίες...
Ε και?
Τάχα δεν έμειναν ανεξίτηλα γραμμένες οι αλήθειες του για την ελευθερία του ανθρώπου ,για τη δικαιοσύνη και την ισότητα ?
Ο Χρόνης Μίσσιος ,ο υπέροχος αγωνιστής...και ναι ήταν <<Λα'ι'κός >> αν έτσι σ' αρέσει να το λες...που δεν έγραφε ιστορίες που χα'ι'δεύαν αυτιά...
Σοφία Θεοδοσιάδη..