22 Σεπτεμβρίου 2015

Νοσταλγικά Σαββατοκύριακα !!!


Έτσι απλά και ήσυχα...και όπως πάντα συνηθίζω...καλό Σαββατοκύριακο και πάλι θα σας ευχηθώ...με τον δικό μου τρόπο.
Με λόγια απλά ...και κατανοητά...που στο συναίσθημα και στην καρδιά στοχεύουν ... από ένα παλιό...μα εξαιρετικό ανάγνωσμα... .τα πιο φρέσκα συναισθήματά σας θα εκμαιεύσω...και θα σας τα  θυμίσω...
Ποιός δεν αγάπησε τα Καλοκαίρια αυτά...των ανεξίτηλων στη μνήμη Κυριακών...που συν γυναιξί και τέκνοις ....στις παραλίες οδηγούσαν...
Και δεν λογάριαζαν...αν όλα τους τα σύνεργα καινούρια ή και της μοδός κι αν ήταν...
Ήτανε όλη η φαμελιά εκεί και θείοι και ξαδέρφια...
Αυτά ήταν τα καλύτερα ''''τα σύνεργα'''' και για το σκηνικό που θα στηνόταν...
Εκεί λοιπόν....σ' αυτές τις Κυριακές των παιδικών μα και στων πρώτων των ερώτων μας τα χρόνια.... και πάλι πίσω νοερά και αγαπησιάρικα εκεί και πάλι θα σας παραπέμψω....
Και όχι μονάχα  για εσάς....μα περισσότερο για κείνα τα παιδιά μας....που από μικρά πια χάνουνε χιλιάδες συναισθήματα....με ένα ηλεκτρονικό μηχάνημα...στο χέρι..την ευτυχία ψάχνοντας να βρούν....
Καλό και το μηχάνημα....μα είναι αδύνατον... ποτέ του... δεν θα κατορθώσει...το πιο τρελλό μπουγέλωμα στη θάλασσα ή και τους πύργους μες στην άμμο να σου χτίσει...
Ποιός τα κρυφομιλήματα...και τα χαμόγελα τα πονηρά...μέσα από μια οθόνη θα μπορέσει να εισπράξει ?
Μόνο γλυκά και τρυφερά θα νιώστε... σαν θα κινήσετε το παρακάτω απόσπασμα από : ,,,Τα Ψάθινα Καπέλα,,,,...να διαβάστε...
Είναι η παλιά η μυρωδιά αυτή...και του χαρτιού...που τις γλυκές και τρυφερές σελίδες της ζωής...μες στο βιβλίο αυτό θα ξεδιπλώσει....

( Νοσταλγικά Σαββατοκύριακα- Σοφία Θεοδοσιάδη )
....................................................................................................................................................................


Με τον πατέρα πηγαίναμε στη θάλασσα σχεδόν κάθε Κυριακή. Είχε ένα παμπάλαιο αυτοκίνητο που 'μοιαζε με οβίδα και που το λέγαμε«Καραϊσκάκη». Έτσι το 'χε βαφτίσει ένα μορτόπαιδο*καθώς περνούσαμε από έναν κεντρικό δρόμο της Αθήνας, και μεις χαρήκαμε,γιατί το αυτοκίνητο του πατέρα δεν ήταν κοινό αυτοκίνητο και του άξιζε να έχει ένα όνομα.
*Μαζί μας έρχονταν πολλές φορές τα ξαδέρφια μας, *ο Αντρίκος και η Έλλη. Ο Αντρίκος ήταν μικρός, μα η Έλλη είχε την ηλικία της Ινφάντας.
Τις Κυριακές λοιπόν στη θάλασσα ερχόταν η Έλλη και καμιά φορά ο θείος Αγησίλαος· τότε γινόταν το μεγάλο γλέντι. Ο θείος Αγησίλαος ήταν σαν παιδί, καλός κι ανεύθυνος. Είχε μια ασυνέπεια γιομάτη γοητεία.Μπορούσες να τον περιμένεις στην Κηφισιά κι εκείνος να πάει να σε γυρεύει στο Φάληρο, ξέροντας πως βρίσκεσαι στην Κηφισιά. Κι έτσι ήταν σ' όλα του τα ζητήματα. Την αίσθηση του χρόνου δεν την είχε, ούτε της κακίας του κόσμου.
 Ήταν σα να ζούσε σ' ένα έρημο νησί κι έπαιζε όλη τη μέρα με τα βότσαλα. Κι ο πατέρας ήταν λίγο σαν παιδί που παίζει με τα βότσαλα, κι αγνοούσε κι αυτός την κακία του κόσμου. Μόνο που αν τον περίμενες στην Κηφισιά και το 'ξερε, στην Κηφισιά θα 'ρχόταν να σε βρει.

 Μοιάζανε πολύ ο πατέρας κι ο θείος Αγησίλαος. Ήταν μάλλον κοντοί με μαύρα μαλλιά και μάτια ζαρκαδιού που σπίθιζαν σαν αντικρίζανε τη θάλασσα. Γιατί πατρίδα τους ήταν το Μεσολόγγι. Στα μικρά τους χρόνια περνούσανε τις μέρες τους ψαρεύοντας στη λιμνοθάλασσα. Πριν ξεκινήσουν, για να δούνε τον καιρό, κρεμούσανε στο παράθυρο άσπρο σεντόνι. Στ' ανοιχτά λέγαν μόνο τις απαραίτητες κουβέντες· για την πετονιά, για το δόλωμα, για το πώς τσιμπάει το κάθε ψάρι. Μα βέβαια τ' απογέματα, όταν ο ήλιος γινόταν πορτοκαλής κι η λιμνοθάλασσα ξαπλωμένη πορτοκαλιά γυναίκα, δε λέγαν ούτε αυτά.

Εκείνες οι Κυριακές θα μείνουν μέσα μου ατόφιες, έτσι όπως τις έζησα. Καμιά τους λεπτομέρεια δε θα λησμονηθεί. Πλησιάζαμε τον κόσμο της θάλασσας.Εμείς που ζούσαμε με τα μερμήγκια, τις σαύρες και τα βατράχια,σαστίζαμε μπρος στα κύματα. Αφήναμε τα καβούρια να μπήγουν τις δαγκάνες τους μέσα στη σάρκα μας για ν' ανακατωθεί η αλμύρα με το αίμα μας. Και τα ψάρια ν' αγγίζουν τα κορμιά μας για να νιώσουμε πόσο κρύα είναι. Κι ευχόμασταν να βρεθεί στο πέρασμα μας μια ρουφήχτρα που θα μας έδινε τη γλύκα του θανάτου, χωρίς όμως να πεθάνουμε.

Η Μαρία κολυμπούσε πλαγιαστά, γυναικεία όπως λένε. Έμενε για λίγο μέσα στο νερό κι ύστερα ξάπλωνε ανάσκελα στον ήλιο. Ηρεμούσε, γλύκαινε το πρόσωπό της, δε μιλούσε δυνατά ούτε γελούσε ·το περπάτημά της γινόταν παιδιάτικο, το στήθος της μίκραινε, τα μάτια της παίρναν μια λαμπερή διαφάνεια. Τι αγνή που είσαι τις Κυριακές. Μαρία... Η γη με τις αναθυμιάσεις της και την κρυμμένη λάβα της σ' ερεθίζει, σε προκαλεί να της μοιάσεις, οι γέννες της σου θυμίζουν το χρέος σου, είσαι γυναίκα σού λεν. Αν μπορούσες να λευτερωθείς απ' όλα αυτά, να νιώσεις την υπέρτατη ουδετερότητα της θάλασσας.

Κι η Ινφάντα άλλαζε· λες και τα μάτια της γίνονταν πιο λοξά. Γελούσε με το καθετί, ανόητα, κι έκανε κινήσεις περιττές, πείραζε τον πατέρα και το θείο Αγησίλαο και δε στεκόταν λεπτό. Έλειπε βέβαια κι η θεία Τερέζα.
Με την Έλλη ξανοιγόμαστε πολύ. Όταν γυρίζαμε στην αμμουδιά, η σάρκα μας ήταν σφιχτή, η ανάσα μας εύκολη. Δεχόμασταν τον ήλιο, τρώγαμε ψωμί κι αχλάδια, κι ευχαριστούσαμε το Θεό. Ο θείος Αγησίλαος τότε άρχιζε τις μεσολογγίτικες ιστορίες του.

Τα ψάθινα καπέλα - Μαργαρίτα Λυμπεράκη (απόσπασμα)
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

Το  παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Λυμπεράκη. Τα ψάθινα καπέλα (1946). Η υπόθεσή του διαδραματίζεται στην Κηφισιά τα τελευταία καλοκαίρια πριν από το Β παγκόσμιο πόλεμο και αναφέρεται στη ζωή τριών νεαρών κοριτσιών-αδερφών (16, 18 και 20 χρόνων). Η Κατερίνα,η Μαρία και η Ινφάντα περνούν τις διακοπές τους στο κτήμα του παππού, βιώνοντας με ξεχωριστό τρόπο η καθεμιά τους την πορεία προς την ενηλικίωση.
ΚΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ !!!
Η φίλη σας Σοφία ....